BRAMA

BRAMA= ΠΡΧ ΒΡΑΜΑ> ΒΡΥ-ΧΗΘ-ΜΟΣ, ΜΟΥΓΚΡΗΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

brama 1. θ, βρυχηθμός, μουγκρητό ζώου, la brama del toro, ο βρυχηθμός του ταύρου

2. περίοδος οίστρου, Visitamos el parque durante la brama de los ciervos,

Επισκεφτήκαμε το πάρκο κατά τη διάρκεια της περιόδου των ελαφιών

bramar πρχ βρυχώμαι και οι μεταφορές τους

1. ρα, για ταύρο, βρυχώμαι, βρυχιέμαι, μουγκρίζω, μυκώμαι, μουγκανίζω,

el toro bramó al entrar en la plaza, o ταύρος μούγκρισε όταν μπήκε στην αρένα

2. για ζώο, βρυχώμαι, βρυχιέμαι, μουγκρίζω

3. μτφ, για άτομο, ουρλιάζω από οργή, πόνο, bramar de cólera, ουρλιάζω από θυμό

bramar de dolor, ουρλιάζω από τον πόνο

4. μτφ, φωνάζω, τσιρίζω, no hace falta que brames, que no estoy sordo,

δεν χρειάζεται να τσιρίζεις, δεν είμαι κουφός

5. μτφ, για θάλασσα, άνεμο, σφυρίζω, μουγκρίζω, el océano bramaba,

ο ωκεανός μούγκριζε

6. μτφ, για κεραυνό, βροντώ

bramadero 1. α, μέρος βρυχηθμών= τόπος συγκέντρωσης ζώων σε περίοδο οίστρου

bramador, ra ε, βρυχηθμικός, -ή, -ό, που μουγκρίζει

bramido 1. α, βρυχηθμός, μουγκρητό, μούγκρισμα ζώου, κυρίως ταύρου

2. κραυγή, σάλπισμα ελέφαντα, bramido de elefante

3. μτφ, μουγκρητό, μούγκρισμα, ουρλιαχτό από πόνο, θυμό

4. ουρλιαχτό, τσιρίδα

5. μτφ, βουητό, μουγκρητό, ανέμου, θάλασσας

7. μτφ, βροντή κεραυνού, καταιγίδας, bramido de trueno, tormenta

rebramo 1. α, ζωλ, περι-βρυχηθμός= μουγκρητό, κραυγή ζώου

Scroll to Top