BOTELLA= ΠΡΧ ΜΠΟΤΙΛΙΑ> ΦΙΑΛΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ
botella πρχ μποτίλια= φιάλη, μπουκάλι,
1. θ, φιάλη, μπουκάλι, una botella de leche, ένα μπουκάλι γάλα
el agua del grifo o de botella, το νερό από τη βρύση ή εμφιαλωμένο
ή ποσότητα φιάλης, μπουκαλιού, Se bebió una botella de vino,
Ήπιε μια φιάλη οίνου
2. αθλ, μτφ, μπασκετ, ρακέτα
3. φιάλη κυλινδρική, μεταλλική συμπιεσμένο αέριο, botella de oxígeno, φιάλη οξυγόνου
4. σνθ, botella de Leiden, φσκ, λουγδουνική λάγηνος (δοχείο του Λέιντεν)
botella termo, θερμός
botella de vino, φιάλη οίνου
4. εκφ, beber de la botella, πίνω από το μπουκάλι
darle a la botella, οικ, μτφ, της δίνω (και καταλαβαίνει) στην μποτίλια= τα τσούζω
botellazo 1. α, μπουκαλιά, χτύπημα με μπουκάλι,
recibió un botellazo en la cabeza, έφαγε μια μπουκαλιά στο κεφάλι
botellero, ra 1. α θ, μποτελιέρης= κατασκευαστής, -ια φιαλών
2. έμπορος φιαλών
botellero 1. α, μποτελιέρα= ράφι για την τοποθέτηση μπουκαλιών
2. καλάθι με μπουκάλια
botellín 1. α, μπουκαλάκι, μικρό μπουκάλι, φιαλίδιο,
un botellín de agua, ένα μπουκαλάκι νερό
botellón 1. α, πρχ μποτιλιάρα= μπουκάλα για υγρό, νταμιτζάνα,
un botellón de vino de 10 litros, μια μπουκάλα κρασί των 10 λίτρων
2. οικ, μτφ, πόση, κατανάλωση ποτών σε υπαίθριους χώρους από πολλά άτομα
bota πρχ μποτίλια> μπότα
1. θ, φλασκί από δέρμα για κρασί, ασκί, la bota de vino
2. βαρέλι για κρασί
botería 1. θ, εργαστήριο κατασκευής φλασκιών, ασκιών
2. ναυ, δοχείο νερού
botero, ra 1. α θ, φλασκιάρης= αυτός, -ή που κατασκευάζει ασκιά, φλασκιά για κρασί
botillería 1. θ, πρχ μποτιλιερί= μπαρ, κατάστημα με αναψυκτικά και ποτά, αναψυκτήριο
botillero 1. α, πρχ μποτιλιάρης= σομελιέ αρσάκλ, σερβιτόρος ειδικός σε θέματα κρασιού
2. α, πωλητής ή κατασκευαστής ποτών
embotellar 1. ρμ, εμφιαλώνω, μποτιλιάρω, empotellar vino, εμφιαλώνω οίνο
2. μτφ, για δρόμο, μποτιλιάρω, προκαλώ κίνηση, el accidente embotelló la carretera,
το ατύχημα μποτιλιάρισε την λεωφόρο
3. μτφ, στριμώχνω κάποιον, le embotelló entre dos coches, τον στρίμωξε μεταξύ 2 αμαξιών
4. μτφ, στριμώχνω κόσμο σε μέρος
5. στρ, εμποδίζω εχθρικά πλοία να βγουν στην θάλασσα,
Los rebeles hundieron barcos en el río para embotellar a las fragatas enemigas,
Οι επαναστάτες βύθισαν πλοία στον ποταμό για να εμποδίσουν τις εχθρικές φρεγάτες
6. ραντ, μποτιλιάρομαι σε δρόμο
7. μτφ, μποτιλιάρω γνώση= αποστηθίζω, απομνημονεύω κατά γράμμα, παπαγαλίζω,
se embotelló todo el libro, αποστήθισε όλο το βιβλίο
embotellamiento 1. α, πρχ εμ-μποτιλιάρισμα= εμ-φιάλωση
2. μτφ, μποτιλιάρισμα σε κίνηση
3. πράξη και αποτέλεσμα του embotellar
embotellado, da 1. ε, για υγρό, εμφιαλωμένος, -η, -o, agua embotellada,
εμφιαλωμένο νερό
2. μτφ, για δρόμο, μποτιλιαρισμένος, -η, -o
3. μτφ, για γνώση, αποστηθισμένος, -η, -ο κατά γράμμα
embotellado 1. α, εμφιάλωση, El embotellado de los refrescos se realiza en esta fábrica,
Η εμφιάλωση αναψυκτικών γίνεται σε αυτό το εργοστάσιο
embotelladora 1. θ, μηχανή εμφιάλωσης
2. εργοστάσιο εμφιάλωσης
botija 1. θ, πήλινη κανάτα, σαν μποτίλια
2. εκφ, estar como una botija, είμαι χοντρός σαν βαρέλι
botijero, ra 1. α θ, κατασκευαστής, -ια πήλινων κανατιών
2. έμπορος ή πωλητής, -ια πήλινων κανατιών
botijo 1. α, πήλινη κανάτα για νερό, el botijo está roto,
η πήλινη κανάτα είναι σπασμένη
2. οικ, μτφ, όχημα καταστολής ταραχών με ρίψη νερού,
para disolver la manifestación la policía utilizó los botijos,
για να διαλύσει τη διαδήλωση η αστυνομία χρησιμοποίησε τα οχήματα ρίψης νερού
3. μτφ, τρενάκι για μετακινήσεις ταξιδιωτών το καλοκαίρι,
coger el botijo para ir hasta la playa, παίρνω το τρενάκι για να πάμε μέχρι παραλία
4. εκφ, estar como un botijo, είμαι χοντρός σαν βαρέλι
botijos 1. α πλ, μτφ, χυδ, μεγάλο στήθος, σαν μποτίλια,
¡vaya botijos tiene tu prima! τι μεγάλο στήθος που έχει η ξαδέρφη σου!
botana 1. θ, μπάλωμα για φλασκί, botana para odre
2. ξύλινη τάπα για βαρέλι, botana para tonel
embotijar 1. ρμ, βάζω σε πήλινη κανάτα
2. ραντ, μτφ, γίνομαι σαν κανάτα= πρήζομαι, φουσκώνω από βάρος
al quedarse embarazada se embotijó, όταν έμεινε έγκυος, φούσκωσε
3. μτφ, θυμώνω, αγανακτώ, σαν να φουσκώνω από νεύρα
cuando tiene visitas inoportunas se embotija,
όταν έχει ανεπιθύμητες επισκέψεις θυμώνει
bocoy 1. α, μεγάλο βαρέλι
embutido πρχ εμ-μποτιλιάρω= στουμπώνω υλικό
1. α, λουκάνικο
2. πράξη αλλαντοποιίας
3. μτφ, ψηφίδωμα σε ξύλο, ελεφαντόδοτο, πέτρα, embutido de madera, marfil, piedra,
σαν κόλλημα υλικών
4. τχν, κοίλανση
embutir πρχ εμποτιλιάρω> στουμπώνω υλικό
1. ρμ, στουμπώνω, γεμίζω με κρέας για να κάνω λουκάνικα
En la fábrica utilizan grandes máquinas para embutir las salchichas,
Στο εργοστάσιο χρησιμοποιούν μεγάλες μηχανές για να γεμίσουν τα λουκάνικα
2. στουμπώνω, γεμίζω με υλικό μαξιλαράκι, στρώμα,
embutir la lana en el colchón, στουμπώνω το μαλλί στο στρώμα
3. μτφ, ψηφιδώνω, επιστρώνω υλικό, εγκολλώ, ενθέτω
4. στουμπώνω, βάζω υλικό μέσα σε κάτι, No podemos embutir más en el maletero,
Δεν μπορούμε να στουμπώσουμε άλλο στο πορτμπαγκάζ
5. οικ, μτφ, καταβροχθίζω, embutió toda la comida, καταβρόχθισε όλο το φαγητό
6. τχν, κοιλαίνω βαθιά
embutidera 1. θ, τχν, μεταλλική πλάκα σφυρηλάτησης με υποδοχές για κεφαλές καρφιών
butifarra 1. θ, λουκάνικο Καταλωνίας
nobuk 1. α, νουμπούκ
budión 1. α, ζωλ, ψάρι γύλος, πρχ σαν μποτέλια
rebudiar 1. ρα, γρυλίζω για αγριόχοιρο, jabalí
rebudio 1. α, γρύλισμα