BOCHORNO= ΜΤΘ ΜΠΟ-ΤΣΟ-ΡΝΟ> ΦΟΥ-ΤΣΟ-ΡΝΟ> ΦΟΥ-ΡΝΟΣ, ΖΕΣΤΗ ΑΠΟΠΝΙΚΤΙΚΗ,
ΜΤΦ ΝΤΡΟΠΗ, ΚΟΚΚΙΝΙΣΜΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bochorno 1. α, πρχ φούρνος= ζέστη αποπνικτική, κουφόβραση,
Hay demasiada humedad y está haciendo un bochorno terrible,
Υπάρχει υπερβολική υγρασία και κάνει μια κουφόβραση τρομερή
2. αίσθημα ασφυξίας από ζέστη, έξαψη
3. μτφ, σαν φούρνος το πρόσωπο από κάτι= ντροπή, αμηχανία,
¡Qué bochorno pasé cuando mi mamá me regañó delante de mis amigοs!
Τι ντροπή πέρασα, ένιωσα όταν η μαμά μου με μάλωσε μπροστά στους φίλους μου!
4. κοκκίνισμα προσώπου
5. εκφ, pasar bochorno, σαν να περνάω από φούρνο= νιώθω ντροπή, ντρέπομαι
¡qué bochorno! τι ζέστη! ή μτφ, τι ντροπή!
bochornoso, sa 1. ε, για καιρό σαν φούρνος= αποπνιχτικός, -ή, -ό, με κουφόβραση,
No soporto los días bochornosos de verano,
Δεν αντέχω τις αποπνιχτικές μέρες του καλοκαιριού
2. μτφ, για πράξη, γεγονός, ντροπιαστικός, -ή, -ό,
Es bochornoso que los periódicos hayan publicado fotos de la actriz con su amante,
Είναι ντροπιαστικό οι εφημερίδες να έχουν δημοσιεύσει φωτογραφίες της ηθοποιού με τον αγαπημένο της
abochornar μτθ αμπο-τσο-ρναρ> να φουρ-νί-σω
1. ρμ, πρχ σαν να φουρνίζω= πνίγω, σκάω από ζέστη,
las altas temperaturas nos abochornan, οι υψηλές θερμοκρασίες μας φουρνίζουν, πνίγουν!
2. μτφ, φουρνίζω κάποιον= ντροπιάζω, su comportamiento nos abochornó,
η συμπεριφορά του μας ντρόπιασε
ή κάνω κάποιον να κοκκινίσει, su comentario me abochornó,
το σχόλιο του με κοκκίνησε
3. ραντ, φουρνίζομαι, πνίγομαι από ζέστη
4. μτφ, νιώθω ντροπή, ντρέπομαι, se abochorna de su pasado,
ντρέπεται για το παρελθόν της
5. αγρ, για φυτό, φουρνίζομαι> καίγομαι, καταστρέφομαι από τη ζέστη
abochornarse los rosales, καταστρέφονται τα τριαντάφυλλα
abochornado, da 1. ε, ντροπιασμένος, -η, -ο, ταπεινωμένος, -η, -o,
¡me siento tan abochornado! νιώθω τόσο ντροπιασμένος!