BÉLICO= ΠΡΧ ΜΠΕΛΙΚΟ> ΠΟΛΕΜΙΚΟ, ΠΡΧ ΡΕ-ΜΠΕΛΟ> ΠΑΡΑ-ΠΟΛΕΜΩ> ΑΝΤΙ-ΠΟΛΕΜΩ,
ΡΙΖΑ ΜΠΕΛ> ΠΟΛ> ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΠΑΛΛΩ ΕΝΑΝΤΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bélico, ca 1. ε, πρχ μ-πελικο> πολεμικός, -ή, -ó, conflicto bélico, σύγκρουση πολεμική,
es una película bélica, είναι μία πολεμική ταινία
prebélico, ca 1. ε, προ-πολεμικός, -ή, -ó
belicoso, sa 1. ε, που κλίνει προς πόλεμο, φιλο-πόλεμος, -η, -ο, πολεμοχαρής, -ής, -ές,
política belicosa, πολιτική πολεμοχαρής
2. μτφ, επιθετικός, -ή, -ό, carácter belicoso, χαρακτήρας επιθετικός
belicosidad 1. θ, τάση για πόλεμο= φιλοπολεμία, η ιδιότητα του φιλοπόλεμου
la belicosidad del líder nacionalista, η φιλοπολεμία του εθνικιστή ηγέτη
2. μτφ, τάση για επιθετικότητα ατόμου
belicismo 1. α, φιλο-πολεμισμός, στάση ή ιδιότητα του φιλοπόλεμου
belicista 1. ε, α θ, φιλοπόλεμος, -η, -ο, πολεμοχαρής, -ής, -ές
beligerante 1. ε, α θ, πρχ πολεμο-άγων= που είναι σε πόλεμο, εμπόλεμος, -η, -ο, εμπόλεμοι,
naciones beligerantes, έθνη εμπόλεμα
beligerancia 1. θ, πρχ πολεμο-αγότητα= εμπόλεμη κατάσταση, συμμετοχή σε πόλεμο,
la beligerancia de una tercera nación complicó aún más el asunto,
η εμπόλεμη συμμετοχή ενός τρίτου έθνους περιέπλεξε το ζήτημα
2. πολεμική διάθεση
3. εκφ, no beligerancia, μη εμπόλεμη κατάσταση
belígero, ra 1. ε, πρχ πολεμο-φερος= φιλο-πόλεμος, -η, -ο, πολεμο-χαρής, -ής, -ές
belísono, na 1. ε, πολεμο-χαρής, -ής, -ές
belinógrafo 1. α, τχν, μπελινογράφος, μηχάνημα μεταβίβασης δια σύρματος εικόνων
ή φωτογραφιών, εφεύρεση του Ε. Belin
debelar 1. ρμ, στρ, πρχ αντι-πολεμώ στρατό= νικώ σε μάχη, κατα-στέλλω, κατα-πνίγω
se esforzaron en debelar a la milicia, κόπιασαν για να νικήσουν τον στρατό
2. μτφ, καταπολεμώ, A lo largo de la historia se han logrado debelar diferentes epidemias,
Σε όλη την ιστορία, έχουν καταπολεμηθεί διάφορες επιδημίες
3. μτφ, αντιπολεμώ και κερδίζω με επιχειρήματα
rebelar 1. ρμ, πρχ ρε-μπελο= παρα-πολεμώ> αντι-πολεμώ, ξεσηκώνω, εξεγείρω κάποιον,
el soldado intentó rebelar a sus compañeros,
o στρατιώτης προσπάθησε να εξεγείρει τους συστρατιώτες του
2. ραντ, εξεγείρομαι, επαναστατώ, rebelarse contra el gobierno,
εξεγείρομαι εναντίον της κυβέρνησης
3. ξεσηκώνομαι ενάντια σε κάτι, me rebelaré contra esta presión,
θα ξεσηκωθώ κόντρα σε αυτή την πίεση
rebelión 1. θ, εξέγερση, ανταρσία, una rebelión contra la república,
μια εξέγερση εναντίον του δημοκρατικού πολιτεύματος
2. νομ, ερημο-δικία, φυγο-δικία, fue acusado de rebelión, κατηγορήθηκε για φυγοδικία
rebelde 1. ε, α θ, πρχ αντι-πολεμών= εξεγερμένος, -η, -o, στασιαστικός, -ή, -ó,
στασιαστής, -ια
2. νομ, φυγόδικος
rebeldía 1. θ, πρχ αντι-πολέμηση σε αρχές, εξουσία, απείθεια, απειθαρχία, ανυπακοή,
la rebeldía de los estudiantes es inaceptable, η απειθαρχία των φοιτητών είναι απαράδεκτη
2. εξέγερση, στάση, ανταρσία, los focos de rebeldía en el país,
οι πυρήνες εξέγερσης στη χώρα
3. νομ, ερημοδικία, φυγοδικία
4. εκφ, condenado en rebeldía, νομ, καταδικασμένος ερήμην
declararse en rebeldía, δηλώνω σε στάση= στασιάζω
ή νομ, ερημο-δικώ, φυγο-δικώ
revellín 1. α, ατκ, μτφ, μήνη, ημισέληνος, εξωτερικό οχύρωμα σφηνοειδούς μορφής, τριγωνική οχύρωση ή ανεξάρτητο εξάρτημα, που βρίσκεται μπροστά από τα εσωτερικά στοιχεία ενός φρουρίου
2. μτφ, γείσο καμινάδας, revellín en chimenea