BELÉN= ΠΡΧ ΜΠΕΛΕΝ> ΒΗΘΛΕΕΜ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Belén 1. ονο, Βηθλεέμ
2. εκφ, estar en Belén, en Belén, είμαι στο κόσμο μου, στο σήμα μου,
Tú, como vives en Belén, no la has felicitado,
Εσύ, επειδή ζεις στον κόσμο σου, δεν την έχεις συγχαρεί
belén 1. α, φάτνη Χριστουγέννων, los niños van a hacer un belén en la fiesta del colegio,
Τα παιδιά θα φτιάξουν μια φάτνη στη σχολική γιορτή
2. οικ, μτφ, πρχ μπελάς, κατάσταση μπλεγμένη, μπλέξιμο,
3. οικ, μτφ, ακαταστασία, σύγχυση σε κάτι
4. οικ, μτφ, μέρος σαν Βηθλεέμ> με πολλή βαβούρα, χάος, χάβρα,
El profesor salió un momento de clase y al volver se encontró un belén,
Ο καθηγητής βγήκε για μια στιγμή από την τάξη και όταν επέστρεψε βρήκε ένα χάος
5. εκφ, meterse en belenes, οικ, μτφ, μπαίνω σε μπελάδες, μπλεξίματα,
¿Por qué siempre acabas metido en belenes que no te incumben,
Γιατί καταλήγεις πάντα να μπαίνεις σε μπελάδες που δεν σε αφορούν;