BEJUCO
bejuco 1. α, βοτ, λιάνα, κληματίδα
bejucal 1. α, λιβάδι με λιάνες
bejuquillo 1. α, πρχ περι-κολιέ= χρυσή καδένα στην Κίνα σαν κολιέ
2. βοτ, ιπεκακουάνα
BEJUCO
bejuco 1. α, βοτ, λιάνα, κληματίδα
bejucal 1. α, λιβάδι με λιάνες
bejuquillo 1. α, πρχ περι-κολιέ= χρυσή καδένα στην Κίνα σαν κολιέ
2. βοτ, ιπεκακουάνα