BEGARDO= ΠΡΧ ΒΕΓΑΡΔΟ> ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟ> ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕ ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
begardo 1. ε, α, θρη, πρχ ευαγγελάτος, -η, -ο, που μίλαγε για ευαγγέλιο εκτός εκκλησίας,
αίρεση με κοσμικές θρησκευτικές κοινότητες του 13ου και 14ου αιώνα που υποστήριζαν το κίνημα των αδερφών του ελεύθερου πνεύματος
ή μέλος κοσμικών θρησκευτικών κοινοτήτων των αδερφών του ελεύθερου πνεύματος
bigardear 1. ρα, μτφ, σαν να γυρίζω με το ευαγγέλιο στο δρόμο= σουλατσάρω, σεργιανίζω
bigardo, da 1. ε, μτφ, που γυρίζει με το ευαγγέλιο= τεμπέλικος, -η, -o, αργόχολος, -η, -o
2. α θ, τεμπέλης, -λα, χασομέρης, -ισσα
3. μοναχός που κάνει έκλυτο βίο