BAYONETA= ΠΡΧ ΜΠΑΓΙΟΝΕΤΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bayoneta 1. θ, μπαγιονέτα, ξιφολόγχη
2. σνθ, bayoneta de cubo, ξιφολόγχη με κυλινδρική βάση
3. εκφ, armar, calar la bayoneta, αρμάρω, τοποθετώ την ξιφολόγχη στο όπλο
hacer frente con la bayoneta calada, είμαι έτοιμος να αμυνθώ με την ξιφολόγχη εφ’ όπλου
bayonetazo 1. α, λόγχισμα
Bayona 1. ονο, Μπαγιόν
bayonés, esa 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την πόλη της Μπαγιόν
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Μπαγιόν
bayonesa 1. θ, γλυκό με βάση το φύλο και τα μαλλιά αγγέλου