BAÚL=ΜΠΑΟΥΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
baúl 1. α, μπαούλο, σεντούκι, κασέλα, Me pregunto qué guarda la abuela en ese baúl,
Αναρωτιέμαι τι φυλάει η γιαγιά σε αυτό το μπαούλο
2. μεγάλη βαλίτσα για μεταφορά πραγμάτων
3. οικ, μτφ, κοιλάρα
4. σνθ, baúl metálico, μεταλλικό μπαούλο
baúl mundo, μεγάλο μπαούλο
embaular 1. ρα, μπαουλιάζω= βάζω μέσα σε μπαούλο πράγματα
2. μτφ, μπαουλιάζω, στριμώχνω, στοιβάζω σε μικρό μέρος, σαν σε μπαούλο
los embaularon en un vagón, Τους μπαούλιασαν σε ένα βαγόνι
3. οικ, μτφ, μπαουλιάζω> καταβροχθίζω, περιδρομιάζω, για φαγητό,
embauló la cena porque era tarde y tenía que salir,
καταβρόχθισε το δείπνο επειδή ήταν αργά και έπρεπε να βγει έξω
embaulado, da 1. ε, σαν μπαουλιασμένος, -η, -ο σε χώρο, στριμωγμένος, -η, -o
viajó embaulada en un departamento de tercera,
ταξίδεψε μπαουλιασμένος σε μια θέση τρίτης κατηγορίας
desembaular 1. ρμ, ξε-μπαουλιάζω> βγάζω απο μπαούλο ή δοχείο κάτι
2. οικ, μτφ, βγάζω απο μπαούλο> ξε-στομίζω= ξεφουρνίζω, πετάω,
solo desembaula tonterías, μόνο πετάει ανοησίες
3. μτφ, εξωτερικεύω, αποκαλύπτω κάτι