BAR

BARRA= ΠΡΧ ΜΠΑΡΑ, ΡΑΒΔΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

bar 1. α, μπαρ

2. κυλικείο

3. φσκ, μπαρ

4. σνθ, bar de citas, de alterne, μπαρ κονσομασιόν

bar de copas, μπαρ

bar restaurante, μπαρ-εστιατόριο

5. εκφ ir, irse de bares, πάω, γυρνώ τα μπαρ

barman 1. α, μπάρ-μαν

barra 1. θ, μπάρα σοκολάτας, ξύλου, μετάλλου, de chocolate, madera, metal

μπάρα ψωμιού, de pan, φραντζόλα, μπαγκέτα

2. λοστός, ράβδος

3. μπάρα πάγου, barra de hielo, παγοκολόνα

4. μπάρα ποδηλάτου, barra de bicicleta, οριζόντιος σωλήνας σκελετού

5. πάγκος μπάρ

6. μπάρα για μπαλαρίνες, γυμναστές, άξονας

7. άξονας για κουρτίνες, φορέματα, barra para cortinas, vestidos

8. γραμμή σε έμβλημα, σημαία, barra en escudo, bandera

9. μπάρα στίξης= πλάγια γραμμή, κάθετη γραμμή

10. νομ, μπάρα δικαστηρίου, στηθαίο

11. αμμώδης λωρίδα ξηράς

12. ράβδος χρυσού, αργύρου, barra de oro, plata

13. εμπόδιο αλόγου, αγελάδας, barra de caballo, vaca

14. τχν, σωλήνας

15. ναυ, ζυγός, καμάρι

16. σνθ, barra americana, μπαρ κονσομασιόν

barra antivuelco, αυτ, προστατευτική μπάρα από κίνδυνο ανατροπής

barras laterales, αυτ, πλαϊνές μπάρες

barra de compás, μσκ, διαστολή

barra de cuarto, medio, φραντζόλα 250, 500 γραμμαρίων

barra de desplazamiento, πλφ, γραμμή κύλισης

barra de labios, κραγιόν

barra de menús, πλφ, γραμμή μενού

barra espadadora, πλφ, πλήκτρο διαστήματος

barra libre, δωρεάν ποτά

barra fija, μονόζυγο

barra de equilibrios, δοκός ισορροπίας

barras asimétricas, ασύμμετροι ζυγοί

barras paralelas δίζυγο

18. εκφ, no pararse en barras, sin pararse en barras, δεν παρα-στέκει σε μπάρες> εμπόδια= δεν κολώνω πουθενά, δε με σταματά τίποτα

barrado, da 1. ε, με μπάρες= γραμμωτός, -ή, -ό

2. ερλ, με δοκίδες

barrista 1. α θ, ακροβάτης, -ισσα μονόζυγου

barrote 1. α, χοντρό ραβδί

2. κάγκελο

3. εκφ, estar, meter entre barrotes, είμαι, βάζω πίσω από τα κάγκελα

desbarrar 1. ρα, κινούμαι, γλιστρώ σε επιφάνεια, σαν πάνω σε μπάρες

2. μτφ, δεν έχω μπάρες λογικής= λέω ασυναρτησίες, παραλογίζομαι,

cuando se enfada desbarra mucho, όταν θυμώνει παραλογίζεται πολύ

desbarre 1. α, ασυναρτησία, παραλογισμός

embargo πρχ εμπάργκο

1. νομ, κατάσχεση

2. οκν, πολ, εμπάργκο, εμπορικός αποκλεισμός

3. σνθ, embargo de armamento, εμπάργκο όπλων

embargo judicial, preventivo, νομ, δικαστική, συντηρητική κατάσχεση

4. εκφ, levantar el embargo, αίρω, καταργώ το εμπάργκο

sin embargo, εκφ, παρ’ όλα αυτά, ωστόσο, μολαταύτα, και όμως,

me gusta esa mujer, sin embargo, está casada

embargar 1. ρμ, νομ, ναυ, κατάσχω, le embargaron los muebles por no pagar el alquiler,

του κατάσχεσαν τα έπιπλα επειδή δεν πλήρωσε το νοίκι

2. μτφ, κυριεύω, σαν σε εμπάργκο, για συναίσθημα, le embarga el miedo,

τον κυριεύει ο φόβος

3. μτφ, αιχμαλωτίζω, el regalo embargó a Pedro, το δώρο αιχμαλώτισε τον Πέδρο

embargable 1. ε, κατασχέσιμος, -η, -ο, κατασχετός, -ή, -ό

desembargar 1. ρμ, αίρω την κατάσχεση

desembargo 1. α, νομ, άρση κατάσχεσης

inembargable 1. ε, νομ, μη κατασχετός, -ή, -ό

inembargabilidad 1. θ, νομ, ιδιότητα του μη κατασχετού

reembargar 1. ρμ, νομ, κατάσχω εκ νέου

barrera πρχ μπάρα

1. θ, φυσικό φράγμα ή σύνορο, los montes sirven de barrera natural,

τα βουνά χρησιμεύουν ως φυσικό σύνορο

2. μπάρα ή περίφραξη σε χώρο εμποδίζοντας την είσοδο, έξοδο,

la barrera del aparcamento, η μπάρα του πάρκινγκ

3. μτφ, εμπόδιο, δυσκολία σε κάτι, σαν μπάρα, la barrera de la edad,

το εμπόδιο της ηλικίας

4. ποσότητα ή όριο, φράγμα σε κάτι, superó la barrera del millón de discos vendidos,

ξεπέρασε το φράγμα του ενός εκατομμυρίου σε πωλήσεις δίσκων

5. αθλ, αμυντικό τείχος

6. ταυ, παραπέτο ή πρώτη σειρά καθισμάτων

7. στρ, φραγμός πυρών πυροβολικού

8. σνθ, barrera del sonido, φράγμα ήχου

barreras arancelarias, τελωνειακοί φραγμοί

barreras arquitectónicas, αρχιτεκτονικοί φραγμοί

barreras comerciales, εμπορικοί φραγμοί

9. εκφ, formar barrera, αθλ, σχηματίζω ζώνη άμυνας

poner barreras a algo, εμποδίζω κάτι

superar una barrera, ξεπερνώ ένα εμπόδιο

ver algo desde la barrera, βλέπω κάτι απο την κερκίδα= ως εξωτερικός παρατηρητής

contrabarrera 1. θ, ταυ, πρχ κοντρα-μπάρα= η δεύτερη σειρά καθισμάτων στην αρένα

entrebarrera 1. θ, ταυ, πρχ ενδο-μπάρα= μεσο-χώρος μεταξύ των περιτειχισμάτων που χωρίζουν τις κερκίδες από τον αγωνιστικό χώρο της αρένας

barreta πρχ μπαρ-ίτσα

1. θ, αξίνα, κασμάς για μεταλλωρύχο, κτίστη

2. μπαρέτα, λουράκι παπουτσιού

3. μπάρα μικρή, ραβδάκι

barretear 1. ρμ, ενισχύω με μπάρες ενα μπαούλο, κιβώτιο, με σιδερένια ελάσματα

barretero, ra 1. α θ, ορυ, εργάτης, -ια ορυχείου

barretón 1. α, μπάρα για αυλάκωση, αυλακωτήρας

abarrotar πρχ, μτφ, γεμίζω με μπάρες κάτι

1. ρμ, για άτομα που γεμίζουν σαν μπάρες ενα χώρο, γεμίζω ασφυκτικά, πλημμυρίζω

Ια multitud abarrotaba el estadio, το πλήθος γέμιζε το στάδιο

2. ναυ, φορτώνω, γεμίζω ασφυκτικά

abarrotado, da 1. ε, για άτομα, ασφυκτικά γεμάτος, -η, -o, τίγκα, φίσκα,

un estadio abarrotado, ένα στάδιο ασφυκτικά γεμάτο

2. γεμάτος, -η, -ο, φίσκα, una habitación abarrotada de muebles,

ενα δωμάτιο γεμάτο απο έπιπλα

Scroll to Top