BALSA

BALSA= ΠΡΧ ΒΑΛΤΟΣ, ΠΡΧ ΤΡΥΠΑ ΣΕ ΣΧΗΜΑ ΜΠΑΛΑΣ ΣΕ ΕΔΑΦΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

balsa 1. θ, πρχ βαλ-τός ή σαν τρύπα μπάλας σε έδαφος= λακκούβα νερού, balsa de agua

2. μτφ, σχεδία, σαν σχήμα μπάλας μισής, πρχ μπαλσα> βάρκα σχεδίας

3. δέντρο, ξύλο μπάλσα

4. σνθ, balsa neumática, φουσκωτή βάρκα

balsa salvavidas, σωσίβια λέμβος

5. εκφ, como una balsa de aceite, πρχ σαν λάκκος από λάδι, για επιφάνεια,

hoy el mar está como una balsa de aceite, σήμερα η θάλασσα είναι λάδι

μτφ, για μέρος, κατάσταση, που είναι λάδι, ήρεμος, ήσυχος,

este lugar es como una balsa de aceite, αυτό το μέρος είναι σαν να μην κουνιέται φύλλο

balsadera 1. θ, προκυμαία πορθμείου, σαν βαλτο-τήρας> τείχος πορθμείου

balsadero 1. α, αποβάθρα πορθμείου

balsero, ra 1. α θ, μτφ, Κουβανός, -ή, που επιχειρεί να λαθρομεταναστεύσει με σχεδία

στις Η.Π.Α.

2. πορθμέας

embalse πρχ εμ-βαλτήρας νερού

1. α, φράγμα

2. ταμιευτήρας νερού

embalsar 1. ρμ, εμ-βαλτώνω νερό= συγκρατώ νερό σε λάκκο τεχνητό,

una presa para embalsar agua, ένα φράγμα που συγκρατεί το νερό

2. ραντ, βαλτώνεται νερό σε λάκκο, el agua de la lluvia se embalsó en el piso bajo,

το νερό της βροχής βαλτώθηκε, λίμνασε στο ισόγειο

embalsadero 1. α, βαλτώδης περιοχή, ελώδες έδαφος, βαλτοτόπι

desembalsar 1. ρμ, ξ-εμ-βαλτώνω νερά από λάκκο, φράγμα, ταμιευτήρας νερού,

εκκενώνω, αδειάζω

desembalse 1. α, ξεβάλτωμα= απόληψη, εκχύλιση, εκκένωση, άδειασμα νερού

rebalsa 1. θ, πρχ περι-βαλτος= νερόλακκος

2. ιατ, απόφραξη

rebalsar 1. ρμ, περι-βαλτώνω νερό= συγκρατώ, συγκεντρώνω νερό

rebalse 1. α, περι-βάλτωμα νερού= φράγμα, ανάχωμα, επίχωμα

2. λακκούβα, νερόλακκος

Scroll to Top