BALCÓN

BALCÓN= ΠΡΧ ΜΠΑΛΚΟΝΙ, ΠΡΧ ΠΑΛΟΥΚΙ, ΠΡΧ ΦΑΛΑΓΓΑ, ΠΡΧ ΠΛΑΞ> ΠΛΑΚΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

balcón πρχ μπαλκόνι

1. α, μπαλκόνι, εξώστης, asómate al balcón, βγες στο μπαλκόνι

2. στηθαίο

3. θεωρείο

4. παρατηρητήριο

5. σνθ, balcón corrido, μπαλκόνι που τρέχει= βεράντα

balconada 1. θ, ενιαίο, μεγάλο μπαλκόνι

balconaje 1. α, μπαλκόνια κτηρίου

balconcillo 1. α, μπαλκον-άκι= θεωρείο για θέατρο

2. θεωρείο ταυρομαχιών

palco πρχ πάλκο

1. α, θεωρείο θεάτρου, el palco de la ópera, το θεωρείο της όπερας

2. βήμα, βάθρο για ομιλία, subió al palco para hablar, ανέβηκε στο βήμα για να μιλήσει

3. σνθ, palco de autoridades, de honor, πάλκο εξουσιών, τιμής = εξέδρα των επισήμων

palco de platea, θτρ, θεωρείο γύρω από την πλατεία

palco principal, de proscenio, θτρ, κεντρικό θεωρείο

palanca πρχ παλούκι

1. θ, μοχλός, λεβιές

2. μανέτα φρένου

3. βατήρας πισίνας

4. οικ, μτφ, μέσο για να κάνω την δουλειά μου, δόντι, βύσμα

6. στρ, οχύρωμα, σαν σύνολο με παλούκια φράχτη

7. σνθ, palanca de armar, μοχλός όπλισης

palanca de arranque, μοχλός γκαζιού, μανέτα

palanca de arrastre, φωτ, μοχλός προώθησης του φιλμ

palanca de cambio, αυτ, λεβιές ταχυτήτων

palanca de dirección, χειριστήριο σεροπλάνου

palanca de mando, χειριστήριο μηχανής, πηδάλιο αεροπλάνου

8. εκφ, hacer palanca, βάζω μοχλό για να σηκώσω, γυρίσω κάτι

apalancar 1. ρμ, ανασηκώνω με μοχλό, apalancó la gran puerta, σήκωσε τη μεγάλη πόρτα

2. παραβιάζω με λοστό, los ladrones apalancaron la puerta,

oι κλέφτες παραβίασαν την πόρτα με ένα λοστό

3. ραντ μτφ, οικ, πρχ ξαπλώνω σαν παλούκι= αράζω, se apalancó en el sofá,

άραξε στον καναπέ

apalancamiento 1. α, ανασήκωση με μοχλό

2. άνοιγμα με μοχλό

3. μτφ, οικ, πρχ παλούκωμα, ρίζωμα σε ένα μέρος

apalanque 1. α, οικ, μτφ, τεμπελιά, σαν παλούκωμα

palanqueado, da 1. α θ, βυσματούχος, -χα

palanquero, ra 1. α θ, εργάτης, -ια που χειρίζεται φυσητήρα

2. κλέφτης, -α που παραβιάζει με παλούκι, μοχλό, λοστό

palanqueta 1. θ, παλουκάκι, μικρός μοχλός

2. λοστάρι, λοστός για άνοιγμα πόρτας

3. ναυ, σιδερένια ράβδος με χοντρά άκρα, ήταν οβίδα για επίθεση σε εχθρικά πλοία

palanquín 1. α, παλανκίνο

2. οικ, βαστάζος, χαμάλης, αχθοφόρος

bao 1. α, ναυ, ζυγός, καμάρι

ballena 1. θ, φάλαινα

2. κεράτινο έλασμα, μπαλένα

3. μπανέλα κορσέ, μπλούζας

4. σνθ, ballena azul, γαλάζια φάλαινα

ballena gris, γκρίζα φάλαινα

ballenato 1. α, φαλαινάκι

ballenera 1. θ, μικρό φαλαινοθηρικό

ballenero, ra 1. ε, φαλαινοθηρικός, -ή, -ó, la pesca ballenera, φαλαινοθηρία

un barco ballenero, ένα φαλαινοθηρικό σκάφος

ballenero 1. α, φαλαινοθηρικό

2. φαλαινοθήρας

balénido 1. α, φαλαινοειδές

emballenar 1. ρμ, τοποθετώ ή προσθέτω μπανέλες

emballenado, da 1. ε, με μπανέλες

emballenado 1. α, πλαίσιο από μπανέλες, κορσές

bloc 1. α, μπλοκ σημειώσεων, σημειωματάριο

2. σνθ, bloc de anillas, μπλοκ σπιράλ

bloc de dibujo, μπλοκ σχεδίου

blocar 1. ρμ, αθλ, μπλοκάρω

blocaje 1. α, αθλ, μπλοκάρισμα

blocao 1. α, στρ, ξύλινο οχυρό για μπλόκ

bloque 1. α, μπλόκ απο κάτι, κομμάτι συμπαγές, τεμάχιο ορθογώνιο απο κάτι

bloque de piedra, μπλόκ απο πέτρα,

bloque de hielo, μπλόκ απο πάγο

2. μτφ, σύνολο απο κάτι, μπλοκ απο ερωτήσεις, bloque de preguntas

3. μπλοκ κατοικιών, συγκρότημα κατοικιών

4. μπλοκ, σύνολο χώρες, πολιτικά κόμματα, σωματεία,

bloque comunista, κομμουνιστικό μπλοκ

5. πλφ, μπλοκ

6. σνθ, bloque de apartamentos, συγκρότημα διαμερισμάτων

bloque de oficinas, κτηριακό συγκρότημα γραφείων

bloque de viviendas, πολυκατοικία, συγκρότημα κατοικιών

bloque de cilindros, μπλοκ κυλίνδρων

bloque de datos, πλφ, κομμάτι δεδομένων

bloque del Este, ανατολικό μπλοκ

bloque de matrizar, ξυλό-τυπος, καλούπι

bloque de sellos, δεσμίδα γραμματοσήμων

7. εκφ, de un solo bloque, ενός τεμαχίου, μονο-κόμματος

en bloque, μαζικά, συλλήβδην

formar bloque (con), κάνω μέτωπο (με)

bloqueado 1. α, τυπ, μπλοκάρισμα, πάγωμα

bloqueador, ra πρχ μπλοκαριστικό 1. ε, προστατευτικός, -ή, -ó, crema bloqueadora, προστατευτική κρέμα

2. για δυνάμεις, πλοία, για αποκλεισμό, μπλοκαριστικός, -ή, -ό,

armada bloqueadora, στόλος αποκλεισμού

3. α θ, πολιορκητής, -ια

4. α, bloqueador solar, αντηλιακή κρέμα

bloquear πρχ μπλοκάρω, -ιζω

1. ρμ, μπλοκάρω, παρεμποδίζω επικοινωνίες, δρόμους, φράζω,

bloquearon la salida de agua con tierra, μπλόκαραν την έξοδο του νερού με χώμα,

la lluvia bloqueó la autopista, η βροχή μπλόκαρε τον αυτοκινητόδρομο

ή μτφ, bloquearon las negociaciones, μπλοκάραν τις διαπραγματεύσεις

2. μπλοκάρω μηχανισμό, la centralita está bloqueada por las llamadas,

το τηλεφωνικό κέντρο είναι μπλοκαρισμένο απο τις κλήσεις

3. οκν, μπλοκάρω, παγώνω, δεσμεύω λογαριασμούς, πιστώσεις, μισθό,

le han bloqueado todas las cuentas, του έχουν μπλοκάρει όλυς τους λογαριασμούς

4. στρ, μπλοκάρω, αποκλείω με στρατό, πλοία, la armada bloqueó la isla,

ο στόλος απέκλεισε το νησί

5. αυτ, μπλοκάρω την κίνηση, σταματώ, ακινητοποιώ, bloquea el automóvil con el freno, ακινητοποίησε το αυτοκίνητο με το φρένο

6. αθλ, μπλοκάρω

7. πλφ, μπλοκάρω, κλειδώνω

8. ραντ, μπλοκάρω, κολλάω, se me bloquearon los frenos,

τα φρένα μου μπλοκαριστήκαν, κόλλησαν

9. για άτομο, μτφ, μπλοκάρομαι, siempre se bloquea en los exámenes,

πάντα μπλοκάρει στις εξετάσεις

10. πλφ, μπλοκάρω, παγώνω, a veces se bloquea la pantalla, ενίοτε παγώνει η οθόνη

bloqueo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του bloquear, bloquearse

2. σνθ, bloqueo de fondos, πάγωμα κεφαλαίων

bloqueo económico, οικονομικός αποκλεισμός, οικονομικό εμπάργκο

bloqueo mental, κόλλημα, μπλοκάρισμα του μυαλού

bloqueo naval, ναυτικός αποκλεισμός

3. εκφ, violar el bloqueo, οκν, παραβιάζω το εμπάργκο

desbloquear 1. ρμ, ξεμπλοκάρω

2. οκν, αποδεσμεύω

3. ραντ, ξεμπλοκάρομαι

4. οκν, αποδεσμεύομαι

desbloqueo 1. α, ξεμπλοκάρισμα

2. οκν, αποδέσμευση

desbloqueado 1. α, απασφάλιση όπλου

falange 1. θ,, ανα, ιστ, στρ, φάλαγγα

2. εκφ, la Falange Española, η Ισπανική Φάλαγγα

falangismo 1. α, πολ, φαλαγγισμός

falangista 1. ε, α θ, πολ, φαλαγγίτης

falangita 1. α, οπλίτης φάλαγγας

falangero 1. α, ιπτάμενος σκίουρος, επειδή μπαίνει στις φάλαγγες δέντρων

falangeta 1. θ, ανα, τρίτη φάλαγγα δακτύλου

falangiano, na 1. ε, ανα φαλαγγικός, -ή, -ó

falangina 1. θ, ανα, δεύτερη φάλαγγα δακτύλου

falangio 1. α, σφαλάγγι, σφάλαγγας

fulcro 1. α, μχν, πρχ παλ-ακρο= υπο-μόχλιο

plancha πρχ πλάξ= πλάκα

1. θ, σίδερο για σιδέρωμα, utilizar una plancha, χρησιμοποιώ ενα σίδερο

2. σιδέρωμα, odio la plancha, μισώ το σιδέρωμα

3. σχάρα μαγειρέματος, γκριλ, pon la carne sobre la plancha,

βάλε το κρέας πάνω στη σχάρα

4. πλάκα, plancha de metal, μεταλλική πλάκα

5. οικ, μτφ, πρχ πλάκα= γκάφα, σαν να τα ισοπεδώνω όλα , no debía decirlo, ¡vaya plancha! δεν έπρεπε να το πώ, πω πω γκάφα!

6. πδφ, τάκλιν, με την σχάρα του παπουτσιού

7. τυπ, ανατύπωση

8. ναυ, γέφυρα, μεταξύ στεριάς και πλοίου ή μεταξύ δύο πλοίων

9. σνθ, plancha a vela, γουίντ-σερφ

plancha de agua, σχεδία

plancha de blindaje, πλάκα θωράκισης

plancha de vapor, σίδερο ατμού

10. εκφ a la plancha, μαγ, στο γκριλ

hacer la plancha, μένω ακίνητος ανάσκελα στο νερό

hacer una plancha, οικ, κάνω γκάφα

planchada 1. θ, πλατφόρμα επιβίβασης σε σκάφος

planchado 1. α, σιδέρωμα

planchador, ra 1. α θ, για άτομο, σιδερωτής, -ια

planchadora 1. θ, πρέσα σιδερώματος

planchar 1. ρμ, σιδερώνω ρούχα, planchó cuatro camisas, σιδέρωσε 4 μπλούζες

2. ισιώνω τα μαλλιά

3. μτφ, αφήνω πλάκα κάτι, ισοπεδώνω, las bombas plancharon la ciudad,

οι βόμβες ισοπέδωσαν την πόλη

4. οικ, μτφ, παθαίνω πλάκα ψυχικά, πέφτω σαν πλάκα κάτω, καταρρέω ψυχολογικά,

se quedó planchado al escuchar la noticia, κατέρρευσε μόλις άκουσε το νέο

planchazo 1. α, πατάτα, σφάλμα

2. πδφ, τάκλιν

3. εκφ, hacer un planchazo, οικ, κάνω πατάτα, γκάφα

plancheta 1. θ, πίνακας χάραξης για τοπογραφία

planchista 1. α θ, εργάτης ελασμάτων

planchistería 1. θ, εργοστάσιο επεξεργασίας ελασμάτων

planchón 1. α, μεγάλη μεταλλική πλάκα

2. μεγάλη ξύλινη σανίδα

3. οικ, μτφ, πατάτα μεγάλη, γκάφα

lanchar 1. α, πρχ π-λάνγξ= λατομείο, νταμάρι, επειδή βγάζει πλάκες

loncha 1. θ, πρχ π-λάνγξ= φέτα απο ζαμπόν, τυρί, loncha de jamón, queso

2. πέτρινη πλάκα

Scroll to Top