BALANO= ΠΡΧ ΒΑΛΑΝΟΣ, ΒΕΛΑΝΙΔΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bálano, balano 1. α, ανα, βάλανος πέους
2. θαλάσσιος βάλανος
balanitis θ, ιατ, βαλανίτιδα
mirabálano 1. α, βοτ, μυροβάλανος
mirabel 1. α, βοτ, τζάνερο
2. ηλιοτρόπιο
mirabolano 1. α, βοτ, μυροβάλανος
mirobálano, mirobolano 1. α, βοτ, μυροβάλανος
bellota 1. θ, βοτ, βελανίδι, βαλανίδι
2. μπουμπούκι γαρυφάλλου, bellota de clavel
3. βάλανος
4. μτφ, στολίδι βελανίδι
5. σνθ, bellota de mar, ζωλ, οστρακοειδής βάλανος
abellotado, da 1. ε, βελανιδάτος, -η, -ο, σε σχήμα βελανιδιού
bellotera 1. θ, συγκομιδή βελανιδιών
bellotero, ra 1. α θ, αυτός, -ή που κάνει συγκομιδή βελανιδιών
2. πωλητής , -ια βελανιδιών