BADÉN= ΠΡΧ ΒΑΔΗΝ> ΣΗΜΕΙΟ ΓΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ
badén 1. α, ανασκευασμένο πεζοδρόμιο που διευκολύνει τη διάβαση οχημάτων
2. πρχ μπατάρισμα= εγκάρσιο βύθισμα σε δρόμο
3. αυλάκι σε δρόμο για τα νερά
4. σνθ, badén permanente, βάδην μόνιμον= έξοδος, είσοδος οχημάτων, γκαράζ