BADANA

BADANA= ΠΡΧ ΜΠΑΝΤΑΝΑ ΚΕΦΑΛΙΟΥ> ΚΑΤΕΡΓΑΣΜΕΝΟ ΔΕΡΜΑ ΠΡΟΒΑΤΟΥ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

badana 1. θ, κατεργασμένο δέρμα προβάτου

2. α πλ, οικ, μτφ, για άτομο, πρχ βαδίζων > χαλαρός, τεμπέλης, τεμπελχανάς,

Mi yerno es un badanas, Ο γαμπρός μου είναι ένας τεμπέλης

3. εκφ, zurrar la badana a alguien, οικ, μτφ, πρχ ξυρίζω την μπαντάνα σε κάποιον= ξυλοφορτώνω κάποιον, su padre le zurró la badana por haberse escapado,

ο πατέρας του τον ξυλοφόρτωσε επειδή είχε φύγει,

ή τα ψέλνω σε κάποιον, του τα χώνω, κατσαδιάζω κάποιον απ’ την καλή

Scroll to Top