AZAR= ΠΡΧ ΑΖΑΡ> ΖΑΡΙ> ΤΥΧΗ, ΜΟΙΡΑ, ΠΡΧ ΑΘΑΡ> ΑΝΘΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
azar 1. α, τύχη, μοίρα, el azar hizo que nos volviéramos a encontrar años después,
η μοίρα έκανε να ξανα-συναντιόμασταν χρόνια μετά
juegos de azar, παιχνίδια τύχης, τυχερά παιχνίδια
Backgammon es en parte un juego de azar, y en parte un juego de destreza,
Το τάβλι είναι εν μέρει παιχνίδι τύχης και εν μέρει παιχνίδι δεξιοτήτων
2. πρχ κακή ζαριά= ατυχία, κακοτυχία, los azares de la vida, οι ατυχίες της ζωής
3. εκφ, al azar, στη τύχη, escogió dos voluntarios al azar, διάλεξε 2 εθελοντές στην τύχη
por azar, τυχαία, nos encontramos por azar, συναντηθήκαμε τυχαία
azaroso, sa 1. ε, σαν ζάρι που γυρίζει= ριψοκίνδυνος, -η, -o, παρακινδυνευμένος, -η, -o,
επικίνδυνος, -η, -ο, El plan era azaroso, pero valió la pena al final de todo,
Το σχέδιο ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά τελικά άξιζε τον κόπο,
fue el viaje más azaroso de su vida, ήταν το πιο επικίνδυνο ταξίδι της ζωής του
una fuga azarosa, μια παρακινδυνευμένη απόδραση
2. μτφ, πρχ ζόρικος, -η, -ο, πολυτάραχος, -η, -o, με μεγάλες εντάσεις, διακυμάνσεις, περιπέτειες, los azarosos años de la Independencia,
τα πολυτάραχα χρόνια της Ανεξαρτησίας,
El documental narra la azarosa vida del artista,
Το ντοκιμαντέρ αφηγείται την πολυτάραχη ζωή
azarosamente 1. επρ, τυχαία, este libro ha caído en sus manos azarosamente,
Αυτό το βιβλίο έπεσε στα χέρια του τυχαία
2. δυστυχώς
azahar 1. α, βοτ, πορτοκαλανθός, agua de azahar, νερό πορτοκαλανθού