AVARO= ΠΡΧ Α-ΒΟΡΟΣ> ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΒΟΡΑ> ΟΡΕΞΗ ΤΟΥ, ΑΠΛΗΣΤΟΣ,
ΠΡΧ ΑΒΔΗ-ΡΙΤΗΣ, ΠΡΧ ΑΥΘΑΔΗΣ, ΠΡΧ ΘΡΑΣΥΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
avaro, ra πρχ α-βορος= που δεν ικανοποιεί την βορά του, όρεξη για χρήμα, χρηματο-βόρος
1. α θ, φιλάργυρος, -η, algunos avaros viven pobremente y mueren millonarios,
Μερικοί φιλάργυροι ζουν φτωχικά και πεθαίνουν εκατομμυριούχοι
2. σπαγκοραμμένος, -η, Ese avaro ni siquiera me quería prestar dinero para el autobús, Αυτός ο σπαγκοραμμένος δεν ήθελε καν να μου δανείσει χρήματα για το λεωφορείο
3. άπληστος, -η
4. ε, τσιγκούνης, -α, -ικο, φιλάργυρος, -η, -ο, μίζερος, -η, -ο
5. άπληστος, -η, -o, Tenía un tío avaro que, cuando murió, dejó millones de dólares,
Είχα έναν άπληστο θείο που, όταν πέθανε, άφησε εκατομμύρια δολάρια
avaricia 1. θ, πρχ χρηματο-βορά= τσιγκουνιά, la avaricia te hará perder amigos,
η τσιγκουνιά θα σε κάνει να χάσεις φίλους
2. πλεονεξία, απληστία, Cegado por la avaricia, ganó mucho dinero pero perdió a todos sus amigos, Τυφλωμένος από την απληστία, κέρδισε πολλά χρήματα αλλά έχασε όλους τους φίλους του
3. εκφ, con avaricia, μτφ, φοβερά, es feo con avaricia, είναι φοβερά άσχημος
la avaricia rompe el saco, πρμ, η απληστία σπάει τον σάκο=
όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα
avariciosamente 1. επρ, τσιγκούνικα, μίζερα
2. άπληστα
avaricioso, sa 1. ε, α θ, τσιγκούνης, -α, -ικο, μίζερος, -η, -ο
2. άπληστος, -η, -ο
avariento, ta 1. ε, α θ, τσιγκούνης, -α, -ικο, φιλάργυρος, -η, -ο
2. άπληστος, -η, -ο
ávido, da 1. ε, πρχ αβδη-ρίτης> που ζητάει μάταια, μτθ αβι-δο> αδη-φάγος, -α, -ο για κάτι,
άπληστος, -η, -o, που το επιθυμεί πολύ, está ávida de fama, είναι αδηφάγα για φήμη,
ávido de dinero, άπληστος για χρήματα
avidez 1. θ, απληστία, αδηφαγία, λαχτάρα για κάτι, avidez de conocimientos, de poder,
αδηφαγία για γνώση, εξουσία
ávidamente 1. επρ, αδηφάγα, με λαχτάρα, αχόρταγα, σφόδρα, διακαώς
audaz μτθ αου-δαθ> αυθάδης= με τόλμη
1. ε, για άτομο, θαρραλέος, -α, -o, es un guerrero audaz,
είναι ένας πολεμιστής θαρραλέος
2. για πράγμα, τολμηρός, -ή, -ό, una audaz construcción, μια τολμηρή κατασκευή
3. α θ, τολμηρός, -ή, la fortuna es de los audaces, η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς
audacia 1. θ, πρχ αυθάδεια= τόλμη, θάρρος όταν μιλώ ή ενεργώ,
un buen estratega necesita grandes dosis de audacia,
ένας καλός στρατηγός χρειάζεται μεγάλες δόσεις τόλμης
viste con audacia, ντύνεται με τόλμη, τολμηρά
audazmente 1. επρ, θαρραλέα, τολμηρά
osar 1. ρα, μτθ οσαρ> θρ-άσος= τολμώ, έχω θράσος να κάνω κάτι,
¿cómo osas venir tan tarde? πως τολμάς να έλθεις τόσο αργά;
osadía 1. θ, πρχ θρ-ασύτητα= τόλμη, θάρρος, Gracias a la osadía del bombero, los vecinos salieron con vida, Χάρη στο θάρρος του πυροσβέστη, οι γείτονες βγήκαν ζωντανοί
2. τσαγανό, María tuvo la osadía de subir a la parte más alta de la montaña,
Η Μαρία είχε το τσαγανό να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο σημείο του βουνού
3. αυθάδεια, θρασύτητα, lo que hiciste me pareció una osadía,
αυτό που έκανες μου φάνηκε μια αυθάδεια
osado, da 1. ε, πρχ θρ-ασάτος= τολμηρός, -ή, -ó, θαρραλέος, -α, -o
El héroe fue muy osado al enfrentarse al dragón,
Ο ήρωας ήταν πολύ θαρραλέος όταν αντιμετώπισε τον δράκο
2. αυθάδης, -ες, -η, θρασύς, -εία, -ύ
osadamente 1. επρ, τολμηρά, θαρραλέα