AUTO

AUTO= ΛΕΞΙΚΟ ΠΡΟΘΕΜΑ ΑΥΤΟ- ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΘΕΤΑ ΤΟΥ, ΠΡΧ ΑΥΤΟ-ΚΙΝΗΤΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

autismo 1. α, ιατ, αυτισμός

autista 1. ε, α θ, ιατ, αυτιστικός, -ή, -ó, αυτιστικός, αυτιστική

autístico, ca 1. ε, ιατ, αυτιστικός, -ή, -ό

auto πρχ πρ-ακτέο= πρακτικά από κάτι, πρχ αυτ-ουργία> έγγραφο για κάτι

1. 1. α, νομ, δικαστική απόφαση, διάταξη, καταδικαστική απόφαση, καταδίκη

2. νομ, δικόγραφο από υπόθεση, auto de pleito

3. λγτ, σύντομο αλληγορικό θεατρικό έργο με πρόσωπα από τη Βίβλο

4. σν1. θ, auto de comparecencia, δικαστική κλήση

auto de demanda, κλήτευση

auto de fe, καταδίκη και εκτέλεση στην πυρά από την Ιερά Εξέταση

auto definitivo οριστική, αμετάκλητη απόφαση

auto de oficio, αυτεπάγγελτη δικαστική απόφαση

auto de posesión, απόφαση για την αναγνώριση ή μεταβίβαση κυριότητας

auto de prisión, ένταλμα σύλληψης

auto de procesamiento, κατηγορητήριο

auto de sobreseimiento,απαλλακτικό βούλευμα

auto interlocutorio, προδικαστική απόφαση

auto navideño, λγτ, αναπαράσταση της γέννησης του Χριστού

auto sacramental, λγτ, σύντομο αλληγορικό έργο για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας

autos 1. α πλ, νομ, νομική διαδικασί1. α, δικογραφία

2. εκφ, constar en autos, είναι καταχωρημένο στο φάκελο

poner a alguien en autos, ενημερώνω κάποιον σχετικά με ένα θέμα

auto 1. 1. α, αυτο-κίνητο, compró un auto de segunda mano,

αγόρασε ένα αυτοκίνητο μεταχειρισμένο

autos de choque, συγκρουόμενα αυτοκίνητα

autoabastecerse 1. ραντ, πρχ αυτο-βαστιέμαι= είμαι αυτάρκης

2. autoabastecerse de, είμαι αυτάρκης σε

autoabastecimiento 1. 1. α, αυτο-βάστημα= αυτάρκεια

2. σν1. θ, autoabastecimiento energético, ενεργειακή αυτάρκεια

autoaccesorio 1. 1. α, αυτο-αξεσουαρ= ανταλλακτικό αυτοκινήτων

autoaceptación 1. 1. θ, αυτο-αποδοχή

autoacusación 1. 1. θ, αυτο-κατηγορία

autoadhesivo 1. 1. α, αυτοκόλλητο

autoadherente 1. 1. ε, αυτοκόλλητος, -η, -ο

autoadhesivo, va 1. 1. ε, αυτοκόλλητος, -η, -o, etiqueta autoadhesiva, αυτοκόλλητη ετικέτα

autoadjudicarse 1. ραντ, πρχ αυτο-εκ-δικάζω= παραχωρώ, εκχωρώ στον εαυτό μου

autoafirmarse 1. ραντ, αυτο-επιβεβαιώνομαι

autoafirmación 1. 1. θ, αυτο-επιβεβαίωση

autoagresión 1. 1. θ, αυτο-επίθεση

autoalimentación 1. 1. θ, πλφ, αυτόματη τροφοδοσία χαρτιού

autoametralladora 1. 1. θ, αυτο-μετράει> ρίχνει σφαίρες= τεθωρακισμένο όχημα με πολυβόλο

autoanticuerpo 1. 1. α, ιατ, αυτο-αντίσωμα

autoaprendizaje 1. 1. α, αυτο-διδασκαλία

autoarranque 1. 1. α, μχν, αυτόματη εκκίνηση

autoayuda 1. 1. θ, αυτο-βοήθεια

autobanco 1. 1. α, αυτοματοποιημένη τραπεζική συναλλαγή

autobiografía 1. 1. θ, αυτοβιογραφία

autobiográfico, ca 1. ε, αυτοβιογραφικός, -ή, -ό

autobiógrafo, fa 1. α 1. θ, αυτοβιογράφος

autobomba 1. 1. θ, πυροσβεστικό όχημα με αντλία

autobombo 1. α, εκφ, darse, hacerse autobombo, αυτο-βομβίζομαι= κοκορεύομαι

autobronceador, ra 1. ε, αυτο-μπρουτζαρικός, ή= που προσφέρει μαύρισμα χωρίς ήλιο

autobronceador 1. α, κρέμα , λοσιόν για μαύρισμα χωρίς ήλιο

autobús πρχ αυτο-βους> αυτο-βαίνω

1. α, λεωφορείο

2. σν1. θ, autobús de dos pisos, διώροφο λεωφορείο

autobús de línea, λεωφορείο της γραμμής

autobús escolar, σχολικό λεωφορείο

autobús interurbano, υπερ-αστικό λεωφορείο

autobús urbano, αστικό λεωφορείο

autobusero, ra 1. α 1. θ, οδηγός λεωφορείου

autocalificarse de 1. ραντ, αυτο-χαρακτηρίζομαι

autocamión 1. α, αυτο-καμιόνι= φορτηγό-αυτοκίνητο

autocañón 1. α, αυτο-κανόνι= αντι-αεροπορικό πυροβόλο επάνω σε όχημα

autocar 1. α, μεγάλο υπεραστικό λεωφορείο, πούλμαν

2. σν1. θ, autocar de línea, υπεραστικό λεωφορείο της γραμμής

autocaravana 1. θ, αυτο-καραβάνι= αυτοκινούμενο τροχόσπιτο

autocartera 1. θ, οκν, αυτο-χαρτιέρα= μετοχές εταιρείας τις οποίες αποκτά η ίδια

autocensura 1. θ, αυτο-λογοκρισία

autocensurarse 1. ραντ, αυτο-λογοκρίνομαι

autocido 1. α, αυτο-κύλινδρο= μικρό μονοκύλινδρο όχημα

autocine 1. α, αυτο-σίνε= κινηματογράφος εποχούμενων θεατών, ντράιβ ιν

autoclave 1. ε, αυτό-κλειστος, -η, -o, un recipiente con cierre hermético autoclave,

ένα δοχείο με αυτόκλειστο στεγανό

2. α 1. θ, αυτόκλειστο, αυτόκαυστο

autocomplacencia 1. θ, αυτο-ϊκανοποίηση

autocomplaciente 1. ε, ικανοποιημένος, -η, -ο με τον εαυτό του

autoconocimiento 1. α, αυτο-γνωσία

autoconsumo 1. α, αυτο-κονσομασιον= προσωπική κατανάλωση

autocontención 1. θ, αυτο-συγκράτηση

autocontrol 1. α, αυτο-κοντρόλ, αυτοέλεγχος, αυτοκυριαρχία,

perdió su autocontrol, έχασε τον αυτοέλεγχό

2. αυτο-αξιολόγηση σε γνώσεις, los estudiantes hacen autocontroles,

οι φοιτητές κάνουν αυτοαξιολογήσεις

3. ιατ, αυτο-παρακολούθηση

autocopia 1. θ, αυτο-γραφία

autocorrección 1. θ, πλφ, αυτό-διόρθωση= αυτόματη διόρθωση

autocracia 1. θ, αυτο-κρατία= μονο-κρατορί1. α, απολυταρχί1. α, δεσποτισμός

autócrata 1. α θ, αυτο-κράτης= μονοκράτορας, απόλυτος εξουσιαστής, δυνάστης

autocrítico, ca 1. ε, αυτο-κριτικός, -ή, -ό, es autocrítico con su trabajo,

είναι αυτο-κριτικός με την δουλειά του

autocrítica 1. θ, αυτο-κριτική

autocromo, ma 1. ε, αυτό-χρωμος, -η, -ο

autóctono, na 1. ε, αυτό-χθονος, -η, -o

2. α 1. θ, αυτόχθων

autodecisión 1. θ, αυτο-προσδιορισμός, αυτο-διάθεση

autodefenderse 1. ραντ, αυτο-αμύνομαι, αυτοϋπερασπίζομαι

autodefensa 1. θ, αυτο-άμυνα

autodefinirse 1. ραντ, αυτο-προσδιορίζομαι

autodefinición 1. θ, αυτο-προσδιορισμός

autodefinido 1. α, σκανδιναβικό σταυρόλεξο

autodenominado, da 1. ε, αυτο-αποκαλούμενος, -η, -o

autodestruirse 1. ραντ, αυτο-καταστρέφομαι

autodestrucción 1. θ, αυτο-καταστροφή

autodestructivo, va, autodestructor, ra 1. ε, αυτοκαταστροφικός, -ή, – ό

autodeterminarse 1. ραντ, αυτο-καθορίζομαι, παίρνω απόφαση μόνος μου

autodeterminación 1. θ, αυτο-καθορισμός, αυτοδιάθεση

autodeterminista 1. ε, αυτο-καθοριστικός, -ή, -ό, που υποστηρίζει την αυτοδιάθεση,

un partido autodeterminista, ένα κόμμα αυτοκαθοριστικό

2. α θ, υποστηρικτής ,-ια της αυτοδιάθεσης

autodidacta 1. ε, α θ, αυτοδίδακτος, -η, -ο, αυτοδίδακτο άτομο

autodidactismo 1. α, αυτο-διδακτισμός, η ιδιότητα του αυτοδίδακτου

autodino 1. α, φσκ, αυτόδυνος

autodirección 1. θ, αυτόματη διεύθυνση, αυτόματο σύστημα οδήγησης

autodirigido, da 1. ε, αυτο-κατευθυνόμενος, -η, -o,

misil autodirigido, αυτοκατευθυνόμενο βλήμα

autodisciplina 1. θ, αυτο-πειθαρχία

autodisolverse 1. ραντ, αυτο-διαλύομαι

autodisolución 1. θ, αυτο-διάλυση

autodominio 1. α, αυτο-κυριαρχία

autódromo 1. α, αυτοκινητόδρομος

autoeditar 1. ρμ, πλφ, αυτο> εκδίδω με το επιτραπέζιο εκδοτικό σύστημα.

autoedición 1. θ, πλφ, επιτραπέζια έκδοση, έκδοση με τη βοήθεια υπολογιστή

autoemplearse 1. ραντ, αυτο-απασχολούμαι

autoempleo 1. α, αυτο-απασχόληση

autoencendido 1. α, αυτ, αυτανάφλεξη

autoenfoque 1. α, αυτόματη εστίαση

autoengañarse 1. ραντ, αυτ-απατώμαι

autoengaño 1. α, αυτ-απάτη

autoescuela 1. θ, σχολή οδηγών

autoestima 1. θ, αυτοεκτίμηση

autoestop, autostop 1. 1. α, οτοστόπ, ωτοστόπ

2. εκφ, hacer autoestop κάνω οτοστόπ

autoestopismo, autostopismo 1. α, οτοστόπ

autoestopista, autostopista α 1. θ, άτομο που κάνει οτοστόπ

autoevaluarse 1. ραντ, αυτο-αξιολογούμαι, αξιολογώ τον εαυτό μου, κάνω αυτοαξιολόγηση

autoevaluación 1. θ, αυτο-αξιολόγηση

autoexcitación 1. θ, αυτο-διέγερση

autoexluirse 1. ραντ, αυτο-αποκλείομαι, αποκλείω τον εαυτό μου

autoexluirse de, αυτο-αποκλείομαι, αποκλείω τον εαυτό μου από

autoexec 1. α, πλφ, αυτο-εκτελούμενο αρχείο

autoexigencia 1. θ, αυτ-απαίτηση= απαίτηση από τον ίδιο τον εαυτό μου

autoexilio 1. α, αυτοεξορία

autoexploración 1. θ, ιατ, αυτο-ψηλάφιση

autoexposición 1. θ, φωτ, αυτοέκθεση

autofagia 1. θ, βιο, αυτοφαγία

autofecundación 1. θ, βιο, αυτογονιμοποίηση

autofinanciarse 1. ραντ, αυτοχρηματοδοτούμαι

autofinanciable 1. ε, αυτο-χρηματοδοτούμενος, -η, -ο

autofinanciación 1. θ, αυτοχρηματοδότηση

autofinanciamiento 1. α, αυτοχρηματοδότηση

autofoco 1. α, φωτ, αυτόματη εστίαση

autofocus 1. α, φωτ, αυτόματη εστίαση

autogamia 1. θ, βοτ, αυτογαμία

autógeno, na 1. ε, μετ, αυτογενής, -ής, -ές

2. ψυχ, αυτογενής, -ής, -ές

autogestionar 1. ρμ, αυτοδιαχειρίζομαι, διαχειρίζομαι μόνος μου

2. autogestionarse, ραντ, αυτο-διοικούμαι

autogestión 1. θ, αυτοδιαχείριση

autogestionario, ria 1. ε, α 1. θ, αυτοδιοικούμενος, -η, -o

autogiro 1. α, αυτόγυρο

autogobierno 1. α, πολ, αυτοδιοίκηση

autogol 1. α, αθλ, αυτογκόλ

autogolpe 1. α, αυτο-γκολπ= πραξι-κόπημα για παραμονή πραξικοπηματία στην εξουσία.

autograbado 1. α, αυτο-γραφατο= λιθογραφικό έργο

autografía 1. θ, αυτογραφία

autografiar 1. ρμ, πραγματοποιώ αυτογραφία

autográfico, ca 1. ε, αυτογραφικός, -ή, -ό

autógrafo, fa 1. ε, αυτογραφικός, -ή, -ó

autógrafo 1. α, αυτόγραφο

autoguardado 1. α, πλφ, αποθήκευση αυτόματη

autoinculparse 1. ραντ, αυτοκατηγορούμαι, κατηγορώ τον εαυτό μου

autoinculpación 1. θ, αυτοκατηγορία

autoinculpatorio, ria 1. ε, αυτοκατηγορητικός, -ή, -ό, που κατηγορεί τον εαυτό του

autoinducción 1. θ, ηκλ, αυτ-επαγωγή

autoinfección 1. θ, ιατ, αυτομόλυνση

autoinjerto 1. α, ιατ, αυτομόσχευμα

autoinmune 1. ε, ιατ, αυτο-άνοσος, -η, -o

autoinmunidad 1. θ, ιατ, αυτοανοσία

autointoxicación 1. θ, ιατ, αυτοδηλητηρίαση

autoinyectable 1. ε, αυτο-ενέσιμος, -η, -o, εγχύσιμος, -η, -o από τον ίδιο

autojustificación 1. θ, αυτοδικαιολόγηση

autolavado 1. α, πλύσιμο αυτοκινήτου από αυτόματο πλυντήριο, αυτόματο πλυντήριο

autolesionarse 1. ραντ, αυτο-τραυματίζομαι

autolimitarse 1. ραντ, αυτοπεριορίζομαι

autolimitación 1. α, αυτοπεριορισμός

autoliquidación 1. θ, οκν, δήλωση, υπολογισμός και εξόφληση φόρου από τον οφειλέτη του φόρου, συνήθως μέσω επίσημων εντύπων

autólisis 1. θ, βιο, αυτόλυση

automación 1. θ, αυτοματισμός

automarginarse 1. ραντ, αυτοπεριθωριοποιούμαι, περιθωριοποιούμαι με τη θέλησή μου

automarginación 1. θ, αυτοπεριθωριοποίηση

autómata 1. 1. α, αυτόματη μηχανή= ρομπότ

2. πλφ, αυτόματο σύστημα

3. α θ, μτφ, για άτομο, που πράττει σαν ρομπότ

automática 1. θ, αυτόματη επιστήμη, για αυτοματισμούς

automáticamente 1. επρ, αυτόματα

automaticidad 1. θ, αυτοματισμός

automático, ca 1. ε, αυτόματος, -η, -o, un coche automático, αυτόματο αμάξι

2. για πράξη, αυτόματος, -η, -ο, μηχανικός, -ή, -ó,

un gesto automático, μια μηχανική κίνηση

3. που γίνεται άμεσος, -η, -ο χρονικά, αυτόματος, -η, -ο,

después del escándalo su dimisión era automática,

μετά το σκάνδαλο η παραίτηση του ήταν άμεση

automático 1. 1. α, μτφ, κόπιτσ1. α, επειδή πιάνει αυτόματα

2. ηκλ, διακόπτης

automatismo 1. 1. α, αυτοματισμός σε κάτι, el automatismo cardíaco,

o καρδιακός αυτοματισμός

2. σύστημα, μηχανισμός αυτόματος= αυτοματισμός, automatismos para puertas,

αυτοματισμοί για πόρτες

automatizar 1. ρμ, αυτοματοποιώ διαδικασία

2. για πράξη, κίνηση, αυτοματοποιώ, el ha automatizado los movimientos del equipo,

ο προπονητής έχει αυτοματοποιήσει τις κινήσεις της ομάδας

automatización 1. θ, αυτοματοποίηση

2. σνθ, automatización de fábricas, αυτοματοποίηση εργοστασίων

automedicarse 1. ραντ, αυτο-χορηγώ φάρμακα στον εαυτό μου

automedicación 1. θ, αυτο-χορήγηση φαρμάκου

automoción 1. 1. θ, αυτο-κίνηση, el andar es una actividad de automoción,

το περπάτημα είναι μια δραστηριότητα αυτο-κίνησης

2. βιομηχανία αυτοκίνησης, el sector de la automoción, ο τομέας της αυτο-κίνησης

automodelismo 1. α, αυτοκινητιστικός μοντελισμός

automotor, ra, το θ επίσης automotriz

1. ε, αυτο-μοτορικό= αυτο-προωθούμενος, -η, -o, tren automotor, αυτοπροωθούμενο τρένο 2. του αυτοκινήτου, αυτοκινητιστικός, -ή, -ó, industria automotora,

αυτοκινητιστική βιομηχανία

automotor 1. α, βαγόνι τρένου

automóvil 1. ε, αυτο-κίνητος, -η, -o, vehículo automóvil, αυτο-κίνητο όχημα

2. α, αυτοκίνητο, αμάξι

3. σνθ, automóvil club, αυτοκινητιστική λέσχη

automóvil de carreras, αγωνιστικό αυτοκίνητο

automóvil eléctrico, ηλεκτρικό αυτοκίνητο

automóvil todo terreno, αυτοκίνητο παντός εδάφους

automovilismo 1. α, αυτοκινητισμός

2. αυτοκίνηση, una revista de automovilismo, ένα περιοδικό αυτοκίνησης

automovilista 1. ε, αυτοκινητιστικός, -ή, -ó, industria automovilista,

αυτοκινητιστική βιομηχανία

2. α θ, αυτοκινητιστής, -ια

automovilístico, ca 1. ε, του αυτοκινήτου, αυτοκινητιστικός, -ή, -ó,

industria automovilística αυτοκινητιστική βιομηχανία

2. του αυτοκινητισμού, αυτοκινητιστικός, -ή, -ó, carrera automovilística,

αυτοκινητιστικός αγώνας

automutilación 1. θ, αυτο-ακρωτηριασμός

autónica 1. θ, τχν, ηλεκτρονική εφαρμοσμένη στο αυτοκίνητο

autonomía 1. θ, αυτο-νομία κράτους, περιοχής

2. αυτονομία ατόμου

3. αυτονομία συσκευής, οχήματος

4. αυτοδιοικούμενη περιφέρεια, el Estado de las Autonomías,

το καθεστώς των αυτοδιοικούμενων περιφερειών.

5. σνθ, autonomía de vuelo, αυτονομία πτήσης

autonómica 1. θ, τηλεοπτικό κανάλι μιας αυτοδιοικούμενης περιφέρειας

autonómicas 1. θ πλ, εκλογές σε επίπεδο αυτοδιοικούμενων περιφερειών

autonómico, ca 1. ε, για αυτοδιοικούμενες περιφέρειες, αυτονομικός, -ή, -ό,

elecciones autonómicas, εκλογές αυτονομικές= στην αυτοδιοικούμενη περιφέρεια gobierno autonómico, κυβέρνηση αυτονομική= της αυτοδιοικούμενης περιφέρειας

autonomismo 1. α, αυτονομισμός

autonomista 1. ε, α θ, για αυτοδιοικούμενες περιφέρειες, αυτονομικός, -ή, -ό,

αυτονομιστής, -ια

autónomo, ma 1. ε, για περιοχή, βουλή, αυτόνομος, -η, -o,

comunidad autónoma, αυτοδιοικούμενη περιφέρεια

2. για σύστημα, λειτουργία, αυτόνομος, -η, -o

3. για επαγγελματία, αυτόνομος, -η, -o, transportista autónomo, αυτόνομος μεταφορέας

4. α 1. θ, ελεύθερος, -η επαγγελματίας

autooruga 1. α, αυτ-οργωτής= τρακτέρ

autoparodiarse 1. ραντ, παρωδούμαι

autoparodia 1. θ, αυτο-παρωδία

autopase 1. α, αθλ, αυτο-πάσα= πάσα παίκτη στον εαυτό του

autopiloto 1. α, αυτόματος πιλότος

autopista 1. 1. θ, αυτο-πιστα= δρόμος ταχείας κυκλοφορίας

2. σνθ, autopista de peaje, δρόμος ταχείας κυκλοφορίας με διόδια

autopistas de la información, πλφ, λεωφόροι πληροφοριών

autoplastia 1. θ, ιατ, αυτοπλαστική

autoplástico, ca 1. ε, ιατ, αυτοπλαστικός, -ή, -ó, intervención autoplástica,

αυτοπλαστική επέμβαση

autopolinización 1. θ, βοτ, αυτογονιμοποίηση με γύρη

autoproclamarse 1. ραντ, αυτο-ανακηρύσσομαι

autoproclamación 1. θ, αυτο-ανακήρυξη

autoproclamado, da 1. ε, αυτο-ανακηρυγμένος, -η, -ο

autopropulsor 1. α, αυτο-προωθητής

autopropulsado, da 1. ε, αυτο-προωθούμενος, -η, -o

autopropulsión 1. θ, αυτοπροώθηση

autoprotección 1. θ, αυτοπροστασία

autopsia 1. 1. θ, ιατ, αυτοψία

2. εκφ, hacerle, practicarle la autopsia a alguien, κάνω, διενεργώ αυτοψία σε κάποιον

autopsiar ρμ, κάνω, διενεργώ αυτοψία

autopullman 1. α, πούλμαν

autorradio 1. α, ραδιόφωνο αυτοκινήτου

autorradiografía 1. θ, ιατ, αυτοραδιογραφία

autorrebobinado 1. α, φωτ, αυτο-περι-μπομπινατο= αυτόματο τύλιγμα φιλμ

autorregularse 1. ραντ, αυτορυθμίζομαι

autorregulación 1. θ, αυτορρύθμιση

autorregulable 1. ε, αυτο-ρυθμιζόμενος, -η, -o

autorregulador, ra 1. 1. ε, αυτο-ρυθμιζόμενος, -η, -o

autorretorno 1. α, πλφ, αυτο-περι-τόρνευμα= επανεκκίνηση αυτόματη μέσω soft return

autorretrato 1. α, αυτο-πορτρέτο= αυτο-προσωπογραφία

autorreverse 1. ε, αυτο-ρεβέρσικός, -ή, -ό= που γυρίζει από την άλλη πλευρά αυτόματα,

casete autorreverse, ραδιοκασετόφωνο με σύστημα αυτόματης αλλαγής πλευράς κασέτας

autorreversible 1. ε, αυτο-ρεβέρσικός, -ή, -ό= που γυρίζει από την άλλη πλευρά αυτόματα

autosatisfacción 1. θ, αυτο-ϊκανοποίηση

autoservicio 1. α, αυτο-εξυπηρέτηση, σελφ-σέρβις

autosoma 1. α, βιο, αυτόσωμα

autosuficiencia 1. θ, αυτο-επάρκεια= έπαρση ατόμου

2. αυτάρκεια οικονομική

autosuficiente 1. ε, για άτομο, επηρμένος, -η, -o

2. αυτάρκης, -ης, -ες οικονομικά

autotélico, ca 1. ε, αυτοτελής, -ής, -ές

autotest 1. α, πλφ, αυτοεξέταση

autotomía 1. θ, ζωλ, αυτοτομία, αυτοακρωτηριασμός

autotransfusión 1. θ, ιατ, αυτο-μετάγγιση

autotransplante 1. α, ιατ, αυτο-μόσχευμα

autótrofo, fa 1. ε, βιο, αυτότροφος, -η, -o

autovacuna 1. θ, ιατ, αυτεμβόλιο

autovía 1. α, αυτο-κινητό-δρομος

autovolquete 1. α, αυτο-βολάν= μικρό ανατρεπόμενο όχημα, σκουπιδιάρικο

tautología 1. θ, ταυτολογία

tautológico, ca 1. ε, ταυτολογικός, -ή, – ό

tautomería 1. θ, χημ, ταυτομέρεια

Scroll to Top