AUSTERO

AUSTERO= ΠΡΧ ΑΥΣΤΗΡΟΣ, ΛΙΤΟΣ ΣΕ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

austero, ra 1. ε, που ζει, πράττει με αυστηρότητα, λιτότητα, αυστηρός, -ή, -ó, λιτός, -ή, -ó, μετρημένος, -η, -o, vida austera, ζωή λιτή

es una mujer austera, είναι μια μετρημένη γυναίκα

2. για άτομο με αυστηρότητα σε κρίση, αυστηρός, -η, -ο, αδέκαστος, -η, -ο,

tiene fama de ser un juez austero, έχει φήμη πως είναι ένας δικαστής αυστηρός

3. για πράγμα, λιτός, -ή, -ó, απλός, -ή, -ό, απέριττος, -η, -ο, una decoración austera,

μια λιτή διακόσμηση

4. μτφ, λιτό στην γεύση, στυφός, -ή, -ó, fruta austera, στυφό φρούτο

austeridad 1. θ, αυστηρότητα, cumple con austeridad los votos que ha hecho,

τηρεί με αυστηρότητα τους όρκους που έδωσε

2. λιτότητα στον τρόπο ζωής, vivo con austeridad, ζω με λιτότητα

3. απλότητα, viste con austeridad, ντύνεται με απλότητα

4. σνθ, austeridad económica, οικονομική λιτότητα

política de austeridad, πολιτική λιτότητας

austeramente 1. επρ, αυστηρά, με εγκράτεια, λιτά

Scroll to Top