AULLAR

AULLAR= ΗΧΜ ΑΟΥΛ> ΟΥΡΛΙΑΖΩ, ΗΧΜ ΟΥ-ΛΟΥ ΓΚΙΟΝΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

aullido 1. α, ουρλιαχτό ανθρώπου, ζώου, el aullido del lobo, το ουρλιαχτό του λύκου

lanzó un aullido de terror, έβγαλε ένα ουρλιαχτό τρόμου

2. ήχος σαν ουρλιαχτό, el aullido del viento, το ουρλιαχτό του ανέμου

aullar 1. ρα, ουρλιάζω, ωρύομαι, a lo lejos se oían aullar los lobos,

από μακριά ακούγονταν να ουρλιάζουν οι λύκοι,

Aullaba de dolor mientras le extraían la bala,

Ούρλιαζε από πόνο καθώς του αφαιρούσαν τη σφαίρα

aullador 1. α, ζωλ, αλουάττα

aullador, ra 1. ε, ουρλιάζων, -ουσα, -ον, που ουρλιάζει, ωρυόμενος, -η, -o

aullante 1. ε, ουρλιάζων, -ουσα, -ον που ουρλιάζει, ωρυόμενος, -η, -o

úlula 1. θ, ηχμ ου-λου= γκιόνης

ulular 1. ρα, πρχ λαλώ, κρώζω, (για ζώα) βγάζω κραυγή, βγάζω φωνή

ululación 1. θ, κρώξιμο

ululato 1. α, λογ, κρώξιμο

Scroll to Top