ATURULLAR= ΠΡΧ ΤΡΑΛΑΛΑ> ΣΥΓΧΥΣΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
aturullar, aturrullar 1. ρμ, τραλαλίζω κάποιον στο μυαλό= μπερδεύω, συγχύζω,
no me aturulles más, μην με μπερδεύεις άλλο
2. ραντ, παθαίνω τραλαλά= σαστίζω, χάνω την ψυχραιμία μου,
se aturulla con el tráfico que hay, παθαίνει τραλαλά με το κυκλοφοριακό που υπάρχει
aturullamiento, aturrullamiento 1. α, τραλαλά στο μυαλό, μπέρδεμα
2. τραλαλά, χάσιμο ψυχραιμίας, σάστισμα, σύγχυση
turullo 1. α, μτφ, ηχμ τρου-λου-λου= βούκινο βοσκών
tururú 1. επφ, οικ, υτμ, με την καμία, με τίποτα!
2. α, σε χαρτιά, μπάζα τριών τραπουλόχαρτων ίσης αξίας