ATROFIA

ATROFIA= ΠΡΧ ΑΤΡΟΦΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

atrepsia 1. θ, ιατ, αθρεψία

distrofia 1. θ, ιατ, δυστροφία

2. σνθ, distrofia muscular, μυϊκή δυστροφία

trófico, ca 1. ε, βιο, τροφικός, -ή, -ó, la cadena trófica, η τροφική αλυσίδα

atrofia 1. θ, ιατ, ατροφία

2. σνθ, atrofia degenerativa, εκφυλιστική ατροφία

atrofia muscular, μυϊκή ατροφία

atrofiar 1. ρμ, προκαλώ ατροφία, la inactividad atrofia los músculos,

η αδράνεια προκαλεί ατροφία στους μύες

2. μτφ, el uso demasiado del móvil atrofia el cerebro,

η υπερβολική χρήση του κινητού αχρηστεύει τον εγκέφαλο

3. ραντ, ατροφώ, se le atrofiaron las piernas después de tantos meses en cama,

του ατρόφησαν τα πόδια μετά από τόσους μήνες στο κρεβάτι

4. μτφ, ατροφώ, el mercado se ha atrofiado por culpa de la falta de inversión,

η αγορά έχει ατροφήσει λόγω της έλλειψης επενδύσεων

Scroll to Top