ASTUR

ASTUR= ΠΡΧ ΑΣΤΟΥΡΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Asturias 1. ονο, Αστούριας

2. εκφ, el príncipe de Asturias, o πρίγκιπας της Αστούριας, ο τίτλος διαδόχου του ισπανικού θρόνου

astur 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την Αστούριας

2. γηγενής, κάτοικος Αστούριας

asturianismo 1. α, αστουριανισμός= λέξεις, εκφράσεις, ιδιωματισμός της Αστούριας,

2. θαυμασμός, αγάπη για την Αστούριας

asturiano, na 1. ε, αστουριανός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με την Αστούριας

2. γηγενής, κάτοικος της Αστούριας

asturiano 1. α, γλώσσα της Αστούριας

asturleonés, esa 1. ε, από την Αστούριας και τη Λεόν

asturleonés 1. α, διάλεκτος της Αστούριας και Λεόν

Scroll to Top