ASCENDER= ΠΡΧ ΑΣΑΝΣΕΡ> ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΩ, ΠΡΧ ΣΚΑΛΑ, ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΟΥΜΑΙ, ΠΡΧ ΣΚΑΝΑΡΩ, ΣΚΑΛΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escala πρχ σκάλα
1. θ, σκάλα, le echaron una escala desde la ventana, του έριξαν μια σκάλα από το παράθυρο
2. κλίμακα, escala barométrica, térmica, de Ritcher, de Farenheit,
κλίμακα βαρομετρική, θερμική, Ρίχτερ, Φαρενάιτ
3. κλίμακα σε σχέδιο, un mapa a escala 1:50 ένας χάρτης με κλίμακα 1:50
4. μτφ, σκάλα σε ταξίδι= ενδιάμεση στάση, σταθμός, προσγείωση,
un vuelo a Atenas con escala en Roma, πτήση στην Αθήνα με ενδιάμεση στάση στη Ρώμη un vuelo sin escalas, μια πτήση χωρίς σταθμούς= απευθείας πτήση
5. φσκ, κλίμακα
6. μσκ, κλίμακα
7. στρ, μητρώο, επετηρίδα
8. σνθ, escala activa, ενεργή λίστα, επετηρίδα εν ενεργεία αξιωματικών
escala de colores, χρωματική κλίμακα, χρωματικό φάσμα
escala de cuerda, de viento, ναυ, σχοινένια σκάλα, ανεμό-σκαλα
escala de reserva, στρ, κατάλογος, μητρώο εφέδρων
escala de tarifas, πίνακας τιμών
escala de valores, σύστημα, φάσμα αξιών
escala mayor, menor μσκ, μείζων, ελάσσων κλίμακα
escala móvil, ανα-προσαρμοζόμενη κλίμακα
escala real, ναυ, κλίμακα αποβίβασης, επιβίβασης
escala social, κοινωνική κλίμακα
escala técnica, de repostar, αερ, στάθμευση για τεχνικούς λόγους, στάση ανεφοδιασμού.
9. εκφ, a escala nacional, internacional, mundial σε εθνική, διεθνή, παγκόσμια κλίμακα
a escala natural, reducida σε φυσικό μέγεθος, μικρή κλίμακα
a gran, a pequeña escala σε μεγάλη, μικρή κλίμακα
levantar una escala, σηκώνω, υψώνω την κλίμακα
escalar πρχ σκαλάρω, σαν να ανεβαίνω σκάλα = ανεβαίνω
1. ρμ, κυρ, μτφ, αναρριχώμαι, σκαρφαλώνω, ανεβαίνω, Un día escalaré el monte Everest,
Μια μέρα θα ανέβω στο Έβερεστ
escaló el muro para poder entrar, σκαρφάλωσε τον τοίχο για να μπορέσει να μπει
La canción no ha dejado de escalar puestos en la lista de éxitos,
Το τραγούδι δεν έχει σταματήσει να ανεβαίνει θέσεις στα charts
2. μτφ, για μαλλί, κόβω ντεγκραντέ, φυλλαριστά, σαν σκαλωτό,
escalar el cabello, κόβω τα μαλλιά σκαλωτά= ντεγκραντέ, φυλλαριστά
3. μτφ, ανοίγω έναν υδατοφράκτη
4. μτφ, μπαίνω έρποντας ή βίαια σε μέρος, escalaron la casa para robar,
Μπήκαν στο σπίτι για να κλέψουν
ή βγαίνω από κάπου σπάζοντας τοίχο, σκεπή, πρχ σκαλίζω κάτι= σπάω
5. ρα, ανεβαίνω κοινωνικά, επαγγελματικά, escalar en la empresa, ανεβαίνω στην εταιρεία,
Su matrimonio le sirvió para escalar socialmente,
Ο γάμος του τον βοήθησε να ανέβει στην κοινωνική κλίμακα
escalar 1. ε, φσκ, πρχ σκαλωτό= βαθμιδωτός, -ή, -ó, magnitud escalar, βαθμιδωτό μέγεθος
escalamiento 1. α, πρχ σκαλάρισμα= αναρρίχηση
2. έφοδος από σκάλα
3. πράξη και αποτέλεσμα του escalar
escalada 1. θ, αναρρίχηση, σκαρφάλωμα, David está entrenando para su primera escalada,
Ο Ντέιβιντ προπονείται για την πρώτη του ανάβαση,
Los escaladores se toparon con varios obstáculos en la escalada,
Οι ορειβάτες συνάντησαν αρκετά εμπόδια στην αναρρίχηση
2. κλιμάκωση, La escalada del crimen hace necesario adoptar medidas extremas,
Η κλιμάκωση της εγκληματικότητας καθιστά αναγκαίο να υιοθετηθούν ακραία μέτρα
3. άνοδος τιμών, αύξηση, La escalada de precios, Η αύξηση των τιμών
4. άνοδος ομάδος, escalada de equipo
5. άνοδος κοινωνική, σε ιεραρχία, No todos aceptaron de buen agrado la escalada de Suárez a la presidencia, Δεν καλωσόρισαν όλοι την άνοδο του Σουάρες στην προεδρία
6. σνθ, escalada artificial, libre, en roca, τεχνητή, ελεύθερη, σε βράχο αναρρίχηση,
escalada de chimeneas, αναρρίχηση στενού περάσματος
escalo πρχ σκαλάρισμα ή σκάλισμα
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του escalar
2. μπουκάρισμα, σαν σκάλισμα σε είσοδο
3. σκάλισμα σε έδαφος= σήραγγα, όρυγμα
escalador, ra 1. α θ, αναρριχητής, -ια, ορειβάτης, -ισσα
2. αλπινιστής, -ια
3. ποδηλάτης, -ια σε ανοδική πορεία, κούρσα
4. οικ, υτμ, μτφ, άτομο που σκαλάρει= καριερίστας, -ια, αριβίστας, -ια
escalafón πρχ σκάλα-φωνή= κλίμακα με ονόματα
1. α, σκαλοπάτι ιεραρχίας σε κάτι, βαθμίδα, ascendió rápidamente en el escalafón,
ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια, τις βαθμίδες
2. ιεραρχία σε δουλειά, κλίμακα, el escalafón de la empresa, η ιεραρχία της εταιρείας
La promoción en el escalafón laboral se basa en la experiencia y el rendimiento,
Η προαγωγή στο επαγγελματικό σκαλοπάτι βασίζεται στην εμπειρία και την απόδοση
3. στρ, επετηρίδα
4. σνθ, escalafón laboral, social, εργασιακή ιεραρχία, κοινωνική ιεραρχία, κλίμακα
escalera 1. θ, σκάλα σε κτίριο, subir, bajar la escalera, ανεβαίνω, κατεβαίνω τη σκάλα, escaleras arriba, abajo, ανεβαίνοντας, κατεβαίνοντας τις σκάλες
2. σκάλα φορητή, Los bomberos siempre llevan una escalera en su camión,
Οι πυροσβέστες κουβαλούν πάντα μια σκάλα στο φορτηγό τους
3. σε χαρτιά, σκάλα= σειρά, me falta una carta para completar una escalera,
μου λείπει ένα χαρτί για να συμπληρώσω τη σειρά
ή κέντα, tengo una escalera, έχω κέντα
4. σνθ, escalera de caracol, ελικο-ειδής σκάλα
escalera de color, máxima, real, al rey, κέντα-χρώμα, φλος, φλος ρουαγιάλ
escalera de emergencia, de incendios, de servicio,
σκάλα κινδύνου, κλίμακα πυρκαγιάς, σκάλα υπηρεσίας
escalera de gancho, σκάλα με άγκιστρα
escalera de mano, σκάλα
escalera de tijera, πτυσσόμενη σκάλα
escalera excusada, falsa, κρυφή σκάλα
escalera mecánica, automática, κυλιόμενη σκάλα
escalerilla πρχ σκαλ-ίτσα
1. θ, σκαλο-σκαμπό
2. ανεμόσκαλα, μικρή σκάλα
3. σκάλα πρόσβασης επιβατών, για αεροπλάνο, πλοίο, escalerilla de avión, barco
4. σε χαρτιά, τριάδα
5. κτν, όργανο που μοιάζει με σκάλα, για εξέταση στόματος αλόγων
escalerón 1. α, κινητή ξύλινη σκάλα
escalinata 1. θ, φαρδιά εξωτερική σκάλα
escalón πρχ σκαλο-πάτι
1. α, σκαλοπάτι, σκαλί, βήμα, el escalón de entrada a la casa está roto y hay que arreglarlo,
το σκαλοπάτι της εισόδου στο σπίτι είναι σπασμένο και πρέπει να το επισκευάσουμε
los escalones de la escalera son demasiado altos para mí,
τα σκαλοπάτια της σκάλας είναι πολύ ψηλά για μένα
2. μτφ, σκαλοπάτι, επίπεδο, βήμα, σημείο σε βαθμίδα, ιεραρχία,
después de varios años de trabajo, finalmente alcanzó el escalón más alto en la empresa,
μετά από πολλά χρόνια εργασίας, επιτέλους έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο στην εταιρεία
el nuevo puesto en la compañía representa un escalón importante en su carrera profesional
η νέα θέση στην εταιρεία αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην επαγγελματική του καριέρα
3. πεζούλα
4. στρ, κλιμάκιο, βαθμίδα διοίκησης
5. σνθ, escalón de mando στρ, ιεραρχική βαθμίδα
6. εκφ, ascender escalones, μτφ, κοινωνικά, επαγγελματικά, ανεβαίνω σκαλοπάτια
escalonadamente 1. επρ, κλιμακωτά
Το ρήμα "escalonar" προέρχεται από τη λέξη "escalón" που σημαίνει βαθμίδα ή σκαλοπάτι. Έτσι, το νόημα του ρήματος "escalonar" είναι να τοποθετούνται πράγματα
ή προσωπικό σε βαθμίδες ή επίπεδα, συνήθως με την προοπτική να καθιστούν κάτι πιο οργανωμένο ή ευανάγνωστο.
escalonar 1. ρμ, κλιμακώνω στο χώρο, χρόνο, escalonar las materias de un ciclo de estudios,
κλιμακώνω= θέτω σε χρονική κλίμακα την ύλη σε ένα κύκλο σπουδών,
Es importante escalar las actividades en el tiempo para no sobrecargarnos,
είναι σημαντικό να κλιμακώνουμε τις δραστηριότητες στο χρόνο για να μην υπερφορτωνόμαστε
2. κλιμακώνω έδαφος, hay que escalonar la subida para no cansarnos demasiado,
πρέπει να κλιμακώσουμε την ανάβαση για να μην κουραστούμε υπερβολικά
3. κλιμακώνω πράγματα, άτομα, πράξεις, τα διανέμω, τοποθετώ σε βαθμίδες, σκαλοπάτια,
στοιχίζω, han escalonado a los niños por su estatura,
έχουν τοποθετήσει τα παιδιά από το ύψος τους,
decidimos escalonar el pago de la deuda en tres plazos,
αποφασίσαμε να διανέμουμε την πληρωμή του χρέους σε τρεις δόσεις
Carol empezó a escalonar las visitas a su madre hasta que dejó totalmente de visitarla,
Η Κάρολ άρχισε να κλιμακώνει τις επισκέψεις στη μητέρα της μέχρι που σταμάτησε εντελώς να την επισκέπτεται
escalonamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του escalonar
escalonado, da πρχ σκαλωτός, είναι το επίθετο του ουσιαστικού escalón, και σημαίνει κάτι που έχει σκαλοπάτια ή είναι οργανωμένο σε σκαλοπάτια, βαθμίδες
1. ε, για χρόνο, σύστημα, κλιμακωτός, -ή, -ó, σταδιακός, -ή, -ó
La empresa decidió implementar un sistema de ascensos escalonados para los empleados,
η εταιρεία αποφάσισε να εφαρμόσει ένα σύστημα με κλιμακωτές προαγωγές για τους υπαλλήλους
2. κλιμακωτός, -ή, -ó, el terreno estaba escalonado, lo que hacía difícil caminar por él,
το έδαφος ήταν κλιμακωτό, κάτι που έκανε δύσκολο το περπάτημα σε αυτό,
Los horarios de trabajo escalonados permiten que muchos padres trabajen y cuiden de su familia, Τα κλιμακωτά ωράρια εργασίας επιτρέπουν σε πολλούς γονείς να εργάζονται και να φροντίζουν τις οικογένειές τους
escanear, scanear 1. ρμ, πρχ σκανάρω, σαρώνω,
Me pasé todo el día escaneando mis viejas fotografías,
Πέρασα όλη τη μέρα σκανάροντας τις παλιές μου φωτογραφίες
2. ιατ, εκτελώ σάρωση, σπινθηρογράφημα, αξονική τομογραφία
escáner, scanner 1. α, πλφ, σκάνερ, σαρωτής
2. ιατ, σπινθηρογράφος, αξονικός τομογράφος
escándalo 1. α, σκάνδαλο ηθικό, πράξη άτιμη, un escándalo político, ένα πολιτικό σκάνδαλο
¡esto es un escándalo!, quiero que me devuelvan el dinero,
αυτό είναι σκάνδαλο, θέλω να μου επιστρέψουν τα χρήματα!
2. μτφ, σκάνδαλο σαν φασαρία, σαματάς, χαμός, θόρυβος,
El vecindario se quejó del escándalo que hacían los jóvenes en la calle,
Οι γείτονες διαμαρτυρήθηκαν για το θόρυβο που έκαναν οι νέοι στο δρόμο
3. φασαρία στην τάξη, Había mucho escándalo en la clase,
Υπήρχε πολύ φασαρία στην τάξη
4. σνθ, escándalo nocturno, νυχτερινή φασαρία
escándalo público, νομ, δημόσιο σκάνδαλο
escándalo sexual, σεξουαλικό σκάνδαλο
5. εκφ, armarle un escándalo a alguien, αρματώνω= κάνω σκηνή σε κάποιον
armar un escándalo, κάνω φασαρία
causar escándalo, προκαλώ σκάνδαλο
de escándalo, οικ, σκανδαλώδης, μεγάλου μεγέθους, esos precios son de escándalo,
αυτές οι τιμές είναι σκανδαλώδεις
ή φοβερό, τέλειο, εκπληκτικό, esa chica tiene un vestido de escándalo,
αυτό το κορίτσι έχει ένα εκπληκτικό φόρεμα
escandalera 1. θ, οικ, escándalo
2. εκφ, armar una escandalera, αρματώνω ένα σκάνδαλο= είναι μια ιδιωματική έκφραση που σημαίνει να δημιουργήσεις ένα μεγάλο θόρυβο ή ένα σκάνδαλο με τη συμπεριφορά
ή τις δηλώσεις σου, με σκοπό να προκαλέσεις εντύπωση ή να προκαλέσεις αντιδράσεις,
No armes una escandalera, por favor, μην κάνεις σκηνή, παρακαλώ,
ella armó una escandalera en medio de la calle,
αυτή δημιούργησε ένα μεγάλο σόου, σκηνή, χαμό στο μέσο του δρόμου
escandalizar, προέρχεται από τη λέξη escándalo και σημαίνει προκαλώ σκάνδαλο
ή αναστάτωση, αγανακτώ, σκανδαλίζω
1. ρμ, σκανδαλίζω, no quiero escandalizar a nadie con mis acciones,
δεν θέλω να σκανδαλίσω κανέναν με τις πράξεις μου
la película escandalizó a la sociedad de la época,
η ταινία σκανδάλισε την κοινωνία της εποχής
su comportamiento escandalizó a toda la familia,
η συμπεριφορά του σκανδάλισε, αγανάκτησε όλη την οικογένεια του
2. κάνω θόρυβο, φασαρία, deja de escandalizar, σταμάτα να κάνεις φασαρία
3. ρα, κάνω σκηνή, Mi abuelo escandalizó en el restorán porque había un pelo en su plato,
Ο παππούς μου έκανε σκηνή στο εστιατόριο επειδή είχε μια τρίχα στο πιάτο του
4. ραντ, σκανδαλίζομαι με κάτι, αγανακτώ, δυσανασχετώ, νευριάζω πολύ,
la gente se escandaliza al ver cómo suben los precios,
οι άνθρωποι αγανακτούν όταν βλέπουν πόσο ανεβαίνουν οι τιμές
escandaloso, -sa πρχ που προκαλεί σκάνδαλο, προκλητικός, ανάρμοστος, απαράδεκτος
1. ε, για ηθική, σκανδαλιστικός, -ή, -ó, προκλητικός, -ή, -ό, ανάρμοστος, -η, -ο, απαράδεκτος, -η, -ο, el vestido que llevaba era demasiado escandaloso para una boda,
το φόρεμα που φορούσε ήταν πολύ προκλητικό για ένα γάμο,
no puedo creer que hayas dicho algo tan escandaloso en público,
δεν μπορώ να πιστέψω ότι είπες κάτι τόσο ανάρμοστο δημόσια,
la conducta escandalosa del político causó la indignación del pueblo,
η προκλητική συμπεριφορά του πολιτικού προκάλεσε την οργή του λαού
2. θορυβώδης, -ης, -ες, φασαριόζικος, -η, -o, es un niño escandaloso,
Είναι ένα θορυβώδες παιδί
3. α θ, για άτομο που κάνει φασαρία, θόρυβο, καπετάν-φασαρίας
escandalosa 1. θ, ναυ, γάμπια
2. εκφ, echar la escandalosa, οικ, ρίχνω λόγια σκανδάλου σε κάποιον= κατσαδιάζω κάποιον, τα ψέλνω σε κάποιον, Juan me echó la escandalosa porque no había cerrado la puerta,
ο Χουάν μου τα έψαλλε επειδή δεν έκλεισα την πόρτα
escandalosamente 1. επρ, σκανδαλωδώς, με σκανδαλώδη τρόπο,
el político habló escandalosamente sobre sus rivales,
ο πολιτικός μίλησε με σκανδαλώδη τρόπο για τους ανταγωνιστές του
la actriz se comportó escandalosamente en la fiesta,
η ηθοποιός συμπεριφέρθηκε σκανδαλωδώς στο πάρτι
2. δυνατά, με θόρυβο, se puso a reir escandalosamente, άρχισε να γελάει δυνατά
3. οικ, μτφ, για μέγεθος, σκανδαλωδώς, υπερβολικά,
la vivienda ha alcanzado precios escandalosamente altos,
οι τιμές κατοικίας έφτασαν σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα
escandallo 1. α, ναυ, πρχ σκαντάγιο, βυθομέτρηση, επειδή σκανάρει τον βυθό, παίρνει δείγμα
2. εμπ, μτφ, προσδιορισμός, εκτίμηση αξίας εμπορεύματος
3. σνθ, escandallo de costes, εμπ, προσδιορισμός κόστους
escandallar 1. ρμ, ναυ, πρχ σκανάρω βυθό= βυθομετρώ
2. εμπ, προσδιορίζω, εκτιμώ αξία εμπορεύματος
escandir 1. ρμ, ποι, πρχ σκανάρω = κάνω μετρική ανάλυση ενός στίχου
escansión 1. θ, ποι, μετρική ανάλυση στίχου
ascensor 1. α, πρχ ασανσέρ, ανελκυστήρας, el hueco del ascensor,
το φρεάτιο του ανελκυστήρα
2. σνθ, ascensor de bajada, ανελκυστήρας καθόδου
ascensor de subida, ανελκυστήρας ανόδου
ascensorista 1. α θ, χειριστής, -ια ανελκυστήρα, soy ascensorista en este hotel,
είμαι χειριστής ανελκυστήρα σε αυτό το ξενοδοχείο
2. τεχνικός ανελκυστήρων, hay que llamar al ascensorista,
πρέπει να καλέσουμε τον τεχνικό για το ασανσέρ
3. κατασκευαστής, -ια ανελκυστήρα
ascender πρχ ασανσερ= έννοια του ανεβαίνω, από το ανω-σκαλίζω= ανεβαίνω σκάλα
Συνολικά αναφέρεται σε κάτι που ανεβαίνει, ανυψώνεται ή αναρριχείται
1. ρα, ανεβαίνω, el alpinista intenta ascender la montaña más alta del mundo,
ο αλπινιστής προσπαθεί να ανέβει το ψηλότερο βουνό του κόσμου
este camino asciende hasta el cráter del volcán,
o δρόμος αυτός ανεβαίνει μέχρι τον κρατήρα του ηφαιστείου
2. ανυψώνομαι, el avión ascendió rápidamente, το αεροπλάνο ανυψώθηκε γρήγορα
3. για μέγεθος, τιμή, ένταση, αυξάνω, ανεβαίνω,
la temperatura ha ascendido hasta los 40° C,
η θερμοκρασία έχει ανέβει στους 40° C
El precio de las acciones de la compañía ha ascendido en los últimos meses,
η τιμή των μετοχών της εταιρείας ανέβηκε τους τελευταίους μήνες
4. μτφ, ανεβαίνω σε εργασία= παίρνω προαγωγή,
El padre ve con orgullo a su hijo ascender en la empresa,
ο πατέρας βλέπει με περηφάνια το γιο του να ανεβαίνει στην εταιρεία
5. αθλ, ανεβαίνω, el equipo ha ascendido a primera división,
η ομάδα ανέβηκε στην πρώτη κατηγορία
6. στρ, ανεβαίνω σε ιεραρχική βαθμίδα, προάγομαι, ascendió a capitán,
προήχθη στο βαθμό του λοχαγού
7. ρμ, ανεβάζω κάποιον σε εργασία= προάγω, προωθώ,
lo ascendieron a director, τον προήγαγαν σε διευθυντή
8. αθλ, ανεβάζω, el entrenador ha ascendido al equipo a primera,
o προπονητής έχει ανεβάσει την ομάδα στην πρώτη κατηγορία
9. στρ, ανεβάζω, προάγω στην ιεραρχική βαθμίδα, han ascendido a su padre a coronel, έχουν προάγει τον πατέρας του σε συνταγματάρχη
10. ascender a, ανέρχομαι σε, la cuenta asciende a 100 euros,
o λογαριασμός ανέρχεται στα 100 ευρώ
¿a cuánto asciende el total? στο πόσο ανέρχεται= είναι το σύνολο;
ascendiente 1. α θ, μτφ, το ασανσέρ γενεάς= πρόγονος,
Mi bisabuela es mi ascendiente más antiguo del que tengo información,
Η προγιαγιά μου είναι ο παλαιότερος πρόγονος από τον οποίο έχω πληροφορίες
2. α, μτφ, επιρροή, επειδή είναι στην σκάλα ανώτερος,
La compañía tiene una fuerte ascendiente en el mercado de la tecnología,
Η εταιρεία έχει μια ισχυρή επιρροή στην αγορά της τεχνολογίας
ascendente πρχ για να περιγράψει κάτι που ανεβαίνει
ή αυξάνεται σε ένταση ή σημασία ανεβαίνων, -ουσα
1. ε, ανερχόμενος, -η, -ο, ανηφορικός, -ή, -ό, ανοδικός, -ή, -ó,
es un camino ascendente, είναι ένας δρόμος ανηφορικός,
El músico tenía una carrera ascendiente antes de su trágica muerte,
Ο μουσικός είχε μια ανερχόμενη καριέρα πριν από τον τραγικό θάνατό του,
La popularidad de la banda tuvo un crecimiento ascendiente después de su último álbum,
Η δημοφιλία του συγκροτήματος είχε μια ανοδική πορεία μετά το τελευταίο τους άλμπουμ
2. για τρένο, που πάει απο τις ακτές προς τα μέσα, σαν να ανεβαίνει στο κέντρο, Μαδρίτη,
el expreso ascendente a Valencia salió con retraso,
το εξπρές ανερχόμενο= με κατεύθυνση τη Μαδρίτη αναχώρησε με καθυστέρηση
3. βοτ, όρθιος, -α, -ο για φυτό, πέταλο, planta, tallo ascendente
4. α, αστρ, ωροσκόπος
ascendencia 1. θ, μτφ, ασανσέρ γενεών, έθνους, σε κάτι= καταγωγή, προέλευση,
es de ascendencia aristocrática, είναι από αριστοκρατική καταγωγή,
la ascendencia de una teoría científica, η προέλευση μιας επιστημονικής θεωρίας
2. μτφ, πρόγονοι, su ascendencia padeció de la misma enfermedad,
οι πρόγονοι του υπέφεραν από την ίδια ασθένεια
3. μτφ, επιρροή, tiene una gran ascendencia sobre sus hijos,
έχει μεγάλη επιρροή στα παιδιά του
ascensión πρχ ασανσερ> άνοδος σε κάτι, μτφ, κυρ, ανάβαση, αναρρίχηση
1. θ, ανάβαση, αναρρίχηση, La ascensión de la montaña es una experiencia difícil,
η ανάβαση του βουνού είναι μια εμπειρία δύσκολη
2. άνοδος, αύξηση, La ascensión de la temperatura, η αύξηση της θερμοκρασίας
3. ανύψωση, la ascensión de un avión, η ανύψωση ενός αεροπλάνου
4. μτφ, αναρρίχηση σε εξουσία, ιεραρχία, άνοδος
5. la Ascensión de Cristo, η Ανάληψη του Χριστού
6. σνθ, ascensión recta, αστρ, ορθή αναφορά
7. εκφ, la Ascensión, θρη, η ανάληψη και η εορτή, η Ανάληψη
ascensional 1. ε, σχετικός, ή, -ό με την ascensión, ανοδικός, -ή, -ó, ανυψωτικός, -ή, -ó,
fuerza ascensional, δύναμη ανυψωτική= άνωση
ascenso πρχ ασανσερ= άνοδος
1. α, ανάβαση σε βουνό, el ascenso al Everest, η ανάβαση στο Έβερεστ,
El ascenso del sol cada mañana es un espectáculo impresionante,
Η άνοδος του ήλιου κάθε πρωί είναι ένα εντυπωσιακό θέαμα
2. άνοδος τιμών, θερμοκρασίας, el ascenso de los precios, de la temperatura
3. άνοδος σε εργασία, προαγωγή,
Para lograr el ascenso en su carrera, tuvo que trabajar duro,
Για να επιτύχει άνοδο στην καριέρα του, έπρεπε να δουλέψει σκληρά
4. αθλ, άνοδος, El equipo de fútbol celebró su ascenso a la primera división,
Η ομάδα ποδοσφαίρου γιόρτασε την άνοδό της στην πρώτη κατηγορία
5. μτφ, άνοδος σε εξουσία, El ascenso al trono del nuevo rey,
Η άνοδος στον θρόνο του νέου βασιλιά
6. στρ, προαγωγή, μετάβαση σε ανώτερη ιεραρχική βαθμίδα,
el ascenso a capitán, η προαγωγή σε βαθμό του λοχαγού
7. σνθ, ascenso de falla, γεω, άλμα του ρήγματος
ascenso por antigüedad, προαγωγή κατ’ αρχαιότητα
ascenso por elección, προαγωγή κατ’ εκλογήν
descender πρχ αντίθετο του ascender= κατεβαίνω ή μειώνομαι, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κίνηση κάτω, τη μείωση σε κάτι, την υποβάθμιση σε κάτι
ή την πτώση σε κάτι
1. ρα, κατεβαίνω, μειώνομαι, πέφτω, El nivel del agua en el río ha descendido,
το επίπεδο του νερού στον ποταμό έχει μειωθεί,
Las temperaturas van a descender en los próximos días,
Οι θερμοκρασίες θα πέσουν τις επόμενες ημέρες,
El río desciende desde las montañas hasta el mar,
ο ποταμός κατεβαίνει από τα βουνά προς τη θάλασσα
2. αθλ, υποβιβάζομαι, el equipo de fútbol ha descendido de categoría,
Η ομάδα ποδοσφαίρου έχει υποβιβαστεί σε χαμηλότερη κατηγορία
3. κατεβαίνω, el avión comenzó a descender lentamente hacia el aeropuerto,
το αεροπλάνο ξεκίνησε να κατεβαίνει αργά προς το αεροδρόμιο
El conductor apagó el motor y descendió del carro,
Ο οδηγός έσβησε τη μηχανή και κατέβηκε από το αυτοκίνητο
4. μτφ, κατάγεται, προέρχεται για προγόνους, desciende de una buena familia,
κατάγεται, προέρχεται από καλή οικογένεια
5. ρμ, κατεβάζω από ένα μέρος, χώρο, descendieron la imagen para la procesión,
κατέβασαν την εικόνα για την λιτανεία
6. στην δουλειά, υποβαθμίζω κάποιον
7. υποβιβάζομαι, El huracán perdió fuerza y ha descendido a tormenta tropical,
Ο τυφώνας έχασε δύναμη και υποβιβάστηκε σε τροπική καταιγίδα
8. ρμ, κατεβάζω, Los rescatistas descendieron una camilla desde el helicóptero para recoger al alpinista herido, Οι διασώστες κατέβασαν ένα φορείο από το ελικόπτερο για να παραλάβουν τον τραυματισμένο ορειβάτη
descenso πρχ κάθοδος σε κάτι
1. α, κατάβαση βουνού, κάθοδος, El descenso de la montaña
2. κατάβαση, el descenso del río en canoa, η κατάβαση του ποταμού με κανό
3. πτώση, el descenso de la temperatura, η πτώση της θερμοκρασίας
el descenso de las ventas, η πτώση των πωλήσεων
4. μείωση δραστηριότητας, πτώση, descenso de la actividad industrial,
πτώση της βιομηχανικής δραστηριότητας
5. αθλ, υποβιβασμός, descenso a segunda división, υποβιβασμός στη δεύτερη κατηγορία
κατάβαση, pruebas de descenso, ιππ, αγώνες της κατάβασης
6. κατάβαση, El descenso del avión, Η κατάβαση του αεροπλάνου
7. σνθ, descenso de aguas bravas, κατάβαση σε πρχ βάρβαρα= ταραγμένα, άγρια νερά descenso de barrancos, κατάβαση χαράδρας
8. εκφ, ir en descenso, πάω σε κάθοδο= είμαι σε πτώση
descendencia 1. θ, καταγωγή ατόμων
2. απόγονοι
descendente πρχ καταβαίνων, -ουσα, που κατεβαίνει, μειώνεται
1. ε, καθοδικός, -ή, -ό, φθίνων, -ουσα, -ον, πτωτικός, -ή, -ό,
la curva de ventas de este mes es descendente,
η καμπύλη των πωλήσεων για αυτό τον μήνα είναι πτωτική
descendiente 1. ε, α θ, καταγόμενος, -η, -ο από άνθρωπο, ζώο, απόγονος,
La condesa es descendiente directa de un rey de Portugal,
Η Κόμισσα είναι άμεση απόγονος ενός βασιλιά της Πορτογαλίας
2. εκφ, creerse descendiente de la pata del Cid, οικ, μτφ,
πιστεύω ότι κρατάω από μεγάλο σόι, από το πόδι του Σιντ
descendimiento 1. α, κατάβαση από μέρος, κάθοδος
2. ιατ, κάθοδος
3. πράξη και αποτέλεσμα του descender
4. εκφ, el descendimiento de la Cruz, θρη, η Αποκαθήλωση του Χριστού
condescender 1. ρα, συγ-κατα-βαίνω, συγ-κατατίθεμαι σε κάτι, στο θέλημα κάποιου,
no voy a condescender a tus demandas ridículas,
δεν πρόκειται να συγκατάβω με τις γελοίες απαιτήσεις σου
2. condescender con, συγκατατίθεμαι να, συμφωνώ με,
no quiero condescender con sus exigencias, pero no tengo otra opción,
δεν θέλω να συμφωνήσω με τις απαιτήσεις του, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή
condescendencia 1. θ, συγκατάβαση, συγκατάθεση
condescendiente 1. ε, συγκαταβατικός, -ή, -ό, συναινετικός, -ή, -ό,
la jefa era muy condescendiente con los empleados nuevos,
η προϊστάμενη ήταν πολύ συγκαταβατική με τους νέους υπαλλήλους
transcender, trascender πρχ μετα-βαίνω τα όρια μου, υπερ-βαίνω
1. ρα, για είδηση, μεταβαίνω από στόμα σε στόμα, διαδίδομαι, διαχέομαι, διαρρέω,
δημοσιοποιούμαι, trascender una noticia, διαδίδεται μια είδηση
Hasta ahora no habían trascendido los detalles de la operación policial por motivos de seguridad, Μέχρι στιγμής, δεν είχαν δημοσιοποιηθεί οι λεπτομέρειες της αστυνομικής επιχείρησης για λόγους ασφαλείας
2. φλφ, μετα-βαίνω, υπερ-βαίνω τα όρια, είμαι υπερβατικός
3. ρα, για κάτι, μεταβαίνω όριο, υπερβαίνω, ξεπερνώ,
la obra de Picasso trasciende el mundo del arte,
το έργο του Picasso ξεπερνά τον κόσμο της τέχνης
4. ρμ, για κάτι, μεταβαίνω όριο, υπερβαίνω, ξεπερνώ,
sus ideas han trascendido las fronteras del país,
oι ιδέες του έχουν υπερβεί τα σύνορα της χώρας
La inmensidad del universo trasciende nuestra capacidad para imaginarlo,
Η απεραντοσύνη του σύμπαντος υπερβαίνει την ικανότητά μας για να το φανταστούμε
5. μεταβαίνω σε κάτι, επηρεάζω, εξαπλώνομαι, la guerra trasciende a nosotros,
ο πόλεμος μεταβαίνει σε, επηρεάζει εμάς,
El pánico ocasionado ayer por la caída del yen trascendió hoy a las bolsas europeas,
Ο πανικός που προκλήθηκε χθες από την πτώση του γιεν εξαπλώθηκε σήμερα και στις ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές
6. εκφ, ha transcendido que… διαδόθηκε ότι…
según ha transcendido, όπως έγινε γνωστό, όπως διέρρευσε
transcendencia, trascendencia πρχ μετάβαση> υπέρβαση ορίων που έχει κάτι
1. θ, σπουδαιότητα, βαρύτητα, υπέρβαση, σημασία,
Es una noticia sin trascendencia y los periódicos no la publicarán,
Είναι μια είδηση χωρίς σημασία και οι εφημερίδες δεν θα τη δημοσιεύσουν,
la trascendencia del descubrimiento del ADN cambió nuestra comprensión de la genética,
η σημασία της ανακάλυψης του DNA άλλαξε την κατανόηση μας για τη γενετική
El filósofo trató de explicar la trascendencia del ser humano en el universo,
ο φιλόσοφος προσπάθησε να εξηγήσει τη σημασία του ανθρώπου στο σύμπαν
2. υπέρβαση νου= οξύτητα μυαλού
3. φλφ, υπέρβαση, Kant introdujo un nuevo significado a la idea de trascendencia,
Ο Καντ εισήγαγε μια νέα έννοια στην ιδέα της υπέρβασης
4. εκφ, tener una gran transcendencia, έχει μεγάλη βαρύτητα
transcendental, trascendental 1. ε, υπερβατικός σε σημασία= εξαιρετικά σημαντικός, -ή, -ó 2. υπερβατικός, -η, -ό σε σκέψη, φιλοσοφικός, -ή, -ó, ανώτερος, -η, -o
3. φλφ, υπερβατικός, -ή, -ó
4. εκφ, ponerse transcendental, οικ, μτφ, γίνομαι δραματικός
transcendentalismo, trascendentalismo 1. α, υπερ-βατισμός
transcendente, trascendente 1. ε, εξαιρετικά σημαντικός, -ή, -ó
2. φλφ, υπερβατικός, -ή, -ó
intrascendencia, intranscendencia 1. θ, πρχ άνευ υπέρ-βασης σημασίας= ασημαντότητα
la intrascendencia de esta cuestión, η ασημαντότητα αυτού του ζητήματος.
intrascendental, intranscendental 1. ε, ασήμαντος, -η, -ο, επουσιώδης, -ης, -ες
intrascendente, intranscendente 1. ε, ασήμαντος, -η, -ο, επουσιώδης, -ης, -ες