ARRULLO

ARRULLO= ΗΧΜ ΡΟΥΛ-ΡΟΥΛ Ή ΑΡΟΥΛΟ> Γ-ΡΥΛ-ΙΖΩ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ,

ΜΤΘ ΑΡΟΥΓΙΟ> ΓΟΥΡ-ΓΟΥΡ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ,

ΜΤΦ ΓΟΥΡ-ΓΟΥΡ ΣΑΝ ΓΛΥΚΟΛΟΓΟ, ΓΑΛΙΦΙΕΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

arrullo 1. α, ηχμ γουρ-γουρ περιστεριού, γουργούρισμα, γουργουρητό,

el arrullo de las palomas, το γουργουρητό των περιστεριών

2. μτφ, νανούρισμα, los arrullos de la madre adormecieron al bebé,

τα νανουρίσματα της μητέρας αποκοίμισαν το μωρό

3. μτφ, ήχος που αποκοιμίζει, νανουρίζει, se quedó dormido con el arrullo de las olas αποκοιμήθηκε με τον ήχο των κυμάτων

4. οικ, μτφ, τρόπος ομιλίας ερωτευμένου, γουρ-γουρ σαν γλυκόλογο προς κάποιον,

me cautivó con sus arrullos, με αιχμαλώτισε με τα γλυκόλογα του

arrullar 1. ρμ, λέω γουρ-γουρ= νανουρίζω, el bebé solo se duerme cuando lo arrullo,

το μωρό μόνο κοιμάται όταν το νανουρίζω

2. για περιστέρι, κελαηδώ ή γουργουρίζω για να προκαλέσω ερωτικά το ταίρι μου,

En esta época los palomos arrullan y corren detrás de la hembra,

Αυτή τη στιγμή τα περιστέρια γουργουρίζουν και τρέχουν πίσω από το θηλυκό

3. μτφ, λέω γουρ-γουρ σε κάποιον= κορτάρω, φλερτάρω, λέω ερωτόλογα, γλυκόλογα,

no deja de arrullar a su novia, δεν σταματά να γλυκομιλά στην αρραβωνιαστικιά του

4. για ήχο που αποκοιμίζει, νανουρίζει, el sonido de las olas del mar nos arrulla,

ο ήχος των κυμάτων μας αποκοιμίζει

5. ρα, για περιστέρι, κελαηδώ ή γουργουρίζω

arrullador, ra 1. ε, για πτηνό που κάνει γουρ-γουρ= κελαηδιστός, -ή, -ó

2. για ήχο, νανουριστικός, -ή, -ó

3. μτφ, για άτομο που λέει γου-γουρ= γλυκόλογος, -η, -ο, γαλίφης, -ισσα

Mario hablaba lentamente y con un tono de voz arrullador,

Ο Μάριο μιλούσε αργά και με ένα τόνο φωνής γλυκό

rorro 1. α, ηχμ, ρορο νανουρίσματος= μπέμπης

rollona 1. θ, αυτή που λέει γουρ-γουρ στα μωρά= γκουβερνάντα

marrulla, marrullería 1. θ, μτφ, λόγια σαν γουρ-γουρ ή πρχ μαρου> μιαούρισμα γάτας με σκοπό να εξαπατήσω, δόλος, πανουργία, πονηρόλογα, κουτοπονηριά,

siempre está con marrullerías, pero a mí no me engaña,

πάντα είναι με πονηρόλογα, αλλά εμένα δεν με ξεγελά

2. κόλπα σε παιχνίδι, λαμογιές, no seas tramposo y no hagas marrullerías,

μην είσαι ζαβολιάρης και μην κάνεις λαμογιές

marrullero, ra 1. ε, α θ, πανούργος, -α, -o, πονηρός, -ή

morrongo, ga 1. α θ, οικ, ηχμ μορονγκο> μιαου= ψιψίνος, -α, κεραμιδόγατος, -α

Scroll to Top