ARRECIFE= ΠΡΧ ΑΡΕΣ-ΙΦΕ> ΠΑΡ-ΥΦΑ-ΛΟΣ> ΥΦΑΛΟΣ
arrecife 1. α, ύφαλος, ξέρα, el barco ha encallado en unos arrecifes,
ο πλοίο έχει προσαράξει σε κάποιους υφάλους
2. πρχ αρεσι-φε> πέτρες φε-ρων= δρόμος με πέτρες
3. σνθ, arrecife de coral, κοραλλιογενής ύφαλος
arrecife en barrera, κοραλλιογενές φράγμα
arrezafe 1. α, βοτ, μέρος όπου αφθονούν γαϊδουράγκαθα