ARGOLLA= ΠΡΧ ΑΡ-ΓΚΟ-ΛΑ> ΚΡΙ-ΚΟΥ-ΛΑ> ΚΡΙΚΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
argolla 1. θ, κρίκος μεταλλικός, δακτύλιος, sujetó la caballería a la argolla de la pared,
έδεσε τα άλογα στον κρίκο του τοίχου
El domador hizo que el león atravesara una argolla en llamas,
Ο δαμαστής έκανε το λιοντάρι να περάσει μέσα από ένα δακτύλιο φωτιάς
2. παιχνίδι με μπάλες και κρίκους
3. αρχαία τιμωρία> κλοιός, κύφων
4. ναυ, κρίκος πρόσδεσης
5. μτφ, εξάρτηση σε άτομο, σαν κρίκος που με κρατά