ARAÑA

ARAÑA= ΠΡΧ ΑΡΑΧΝΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

arácnido 1. α, εντ, αραχνοειδές

arácneo, a 1. ε, αραχνοειδής, -ής, -ές

aracnofobia 1. θ, αραχνοφοβία

aracnoideo, a 1. ε, ανα, αραχνοειδής, -ής, -ές

aracnoides 1. θ, ανα, αραχνοειδής μήνιγγα

araña 1. θ, εντ, αράχνη, Hay dos cosas que me aterran: las arañas y las alturas,

Υπάρχουν δύο πράγματα που με τρομάζουν: οι αράχνες και τα ύψη

2. μτφ, πολυέλαιος, σαν αράχνη οι βραχίονες, una gran araña con velas prendidas,

ένας μεγάλος πολυέλαιος με αναμμένα κεριά

3. μτφ, δίχτυ για κυνήγι πτηνών

4. ζωλ, δράκαινα

5. μτφ, για άτομο, σαν αράχνη στήνει δίχτυ= καιρο-σκόπος

6. βοτ, δράκαινα

7. ναυ, σχοινιά σαν ιστός αράχνης που ξεκινούν από το ίδιο σημείο και χωρίζονται ανάλογα με τις ανάγκες στερέωσης

8. μτφ, πόρνη

9. σνθ, araña de agua, αράχνη του νερού

araña de mar, ζωλ, αράχνη-κάβουρας

arañar πρχ αρανιαρ> γρ-ατζου-νώ ή σαν πόδι αράχνης η γρατζουνιά

1. ρμ, γρατζουνώ, γρατζουνίζω, γδέρνω με νύχια, σαν αράχνη,

el gato me arañó, η γάτα με γρατζούνισε

2. γρατζουνίζω, χαρακώνω με αντικείμενο, arañar la pared, χαρακώνω τον τοίχο

3. μτφ, μαζεύω σαν αράχνη σιγά-σιγά για κάποιο σκοπό,

va arañando de aquí y de allá para poder comprarse la moto,

μαζεύει από δω και από κει για να μπορέσει να αγοράσει την μηχανή

4. ραντ, γρατζουνίζομαι, se ha arañado el brazo con una rama,

γρατζουνίστηκε στο μπράτσο από το κλαδί

arañadura 1. θ, μτφ, αμυχή, γρατζούνισμα, γδάρσιμο σαν πόδι αράχνης

arañazo 1. α, γρατζουνιά, γρατζούνισμα, γδάρσιμο με νύχια

2. γρατζουνιά, χαρακιά με αντικείμενο

arañuelo 1. α, δίχτυ για πτηνά, πρχ σαν αραχν-ουλι> ιστός

2. ζωλ, κάμπια εντόμου που καταστρέφει τα φυτά

3. εντ, τσιμπούρι

4. βοτ, τετράνυχος

musgaño α, ζωλ, νερομυγαλίδα

musaraña 1. θ, ζωλ, μυγ-αλίδα, πρχ σαν μυγ-αράχνη

2. εκφ, mirar a, pensar, estar en las musarañas, οικ, κοιτώ, στέκω στις μυγαράχνες= χαζεύω

δεν προσέχω σε κάτι, deja de mirar a las musarañas y atiende a la lección,

σταμάτα να κοιτάς τις μυγαράχνες και πρόσεχε το μάθημα

roña πρχ ρονια> α-ραχνιά ή β-ρωμνια> βρωμιά

1. θ, μτφ, λίγδα, βρώμα, la cocina está llena de roña, η κουζίνα είναι γεμάτη από λίγδα

2. σκουριά μετάλλου

3. οικ, υτμ, τσιγκουνιά, σαν αραχνιά που πιάνει την τσέπη

4. ιατ, κτν, ψώρα

roña 1. α θ, υτμ, τσιγκούνης, -να, σπάγκος, es un roña, nunca nos invita,

είναι ένας τσιγκούνης ποτέ δεν μας κερνάει

roñería 1. θ, οικ, τσιγκουνιά

roñica 1. ε, α θ, οικ, τσιγκούνης, -α, -ικο, σπαγκοραμμένος, -η, -ο, τσιγκούνης, τσιγκούνα

roñosería 1. θ, τσιγκουνιά

roñoso, sa 1. ε, λιγδιάρης, -α, -ικο

2. σκουριασμένος, -η, -ο

3. ψωριάρης, -α, -ικο

4. οικ, τσιγκούνικος, -η, -ο, σπαγκοραμμένος, -η, -ο

5. α θ, τσιγκούνης, -α, σπαγκοραμμένος, -η

erina 1. θ, ιατ, διαστολέας χειρουργείου, σαν αράχνη

Scroll to Top