ANUNCIO

ANUNCIO= ΠΡΧ ΝΟΥΝΤΣΙΟΣ> ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΝΕΑ,

ΠΡΧ ΑΝΟΥ-ΝΚΙΟ> ΑΝ-ΑΓΓΕΛΩ, ΠΡΧ ΑΝΟΥ-ΝΚΙΟ> ΑΝΑ-ΚΟΙΝΩΝΩ,

ΠΡΧ ΠΡΟ-(Φ)ΑΝΕΣ< ΝΟΥΝΣΙΟ, ΠΡΧ ΑΡΝΗΣΗ, ΑΡΝΟΥΜΑΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

nuncio πρχ νουνσιο> ανανεωση> νεος> νέον

1. α, θρη, νούντσιος, που φέρνει νέα, es el nuncio de Su Santidad en España,

είναι o νούντσιος της Αυτού Αγιότητος στην Ισπανία

2. επμ, αγγελιοφόρος, ha sido el nuncio de la buena nueva,

υπήρξε o αγγελιοφόρος της χαρμόσυνης είδησης

3. λγτ, μτφ, νέον σαν οιωνός, προμήνυμα, la nube es el nuncio de la lluvia,

το σύννεφο είναι ο οιωνός της βροχής

4. σνθ, nuncio apostólico, αποστολικός νούντσιος

nunciatura 1. θ, θρη, αξίωμα νουντσιατούρα

2. Πρεσβεία του Βατικανού

internuncio 1. α, πρχ ενδο-νούντσιος= εκπρόσωπος

2. συν-ομιλητής, -ια

3. θρη, ιντερνούντσιος

anunciar πρχ ανουνκιαρ> αναγγέλλω, ανακοινώνω

1. ρμ, αναγγέλλω, ανακοινώνω σε κάποιον νέο, γνωστοποιώ,

La empresa anunció el lanzamiento de su nuevo producto,

Η εταιρεία ανακοίνωσε την κυκλοφορία του νέου προϊόντος

2. διαφημίζω, κάνω διαφήμιση, El supermercado anunció una oferta especial,

Το σούπερ μάρκετ ανακοίνωσε μια ειδική προσφορά

3. αναγγέλλω δημόσια, La cantante anunció su próximo concierto a través de twitter,

Η τραγουδίστρια ανακοίνωσε την επόμενη της συναυλία μέσω του twitter

4. αναγγέλλω καιρό, κάνω πρόγνωση, El meteorólogo anunció lluvias intensas para el lunes,

Ο μετεωρολόγος προανήγγειλε έντονες βροχές για την Δευτέρα

5. μτφ, προ-λέω νέο= προμηνύω, προαναγγέλλω, esas nubes anuncian tormenta,

αυτά τα σύννεφα προμηνύουν καταιγίδα

6. αναγγέλλω άφιξη, el mayordomo anunció a la condesa,

o αρχιθαλαμηπόλος ανήγγειλε την άφιξη της Κοντέσας

7. ραντ, διαφημίζομαι, γίνομαι αντικείμενο διαφήμισης,

se anuncian en periódicos y revistas, διαφημίζονται σε εφημερίδες και περιοδικά

8. ανακοινώνομαι, γνωστοποιούμαι, se anunció la boda del futbolista,

ανακοινώθηκε o γάμος του ποδοσφαιριστή

9. μτφ, σαν νέο προμηνύεται κάτι, se anuncian precipitaciones para mañana,

προβλέπονται βροχοπτώσεις για αύριο

el campeonato se anuncia reñida, το πρωτάθλημα προμηνύεται συναρπαστικό

10. εκφ, a bombo y platillo, με τυμπανοκρουσίες, anunciaron su llegada a bombo y platillo,

ανήγγειλαν την άφιξη του με τυμπανοκρουσίες

anuncio πρχ νέον, αναγγελία

1. α, αγγελία σε περιοδικό, los anuncios de un diario, οι αγγελίες μιας εφημερίδας

2. διαφήμιση σε τηλ, ράδιο, διαφημιστικό σποτ

3. αφίσα διαφήμισης

4. ανακοίνωση, publicaron el anuncio de su boda, δημοσίευσαν την αναγγελία γάμου τους

5. μτφ, προ-νεο> προμήνυμα, προάγγελος, sus disputas eran anuncio de su divorcio,

οι διαφωνίες τους ήταν προάγγελος του διαζυγίου τους

6. σνθ, anuncio luminoso, φωτεινή επιγραφή

anuncio publicitario, διαφημιστικό σποτ

anuncios breves, μικρές αγγελίες

anuncios clasificados, μικρές αγγελίες

anuncios por palabras, μικρές αγγελίες με χρέωση ανά λέξη

anunciación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του anunciar

Anunciación 1. θ, θρη, Η Αναγγελία, la Anunciación, o Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

anunciador, ra 1. ε, αναγγελτικός> διαφημιστικός, -ή, -ό, empresa anunciadora,

διαφημιστική εταιρεία

2. για γεγονός, προαγγελτικός, -ή, -ό, εξαγγελτικός, -ή, -ό, που προαναγγέλλει,

ángel anunciador, άγγελος εξάγγελος

anunciante 1. ε, α θ, αναγγέλλων= διαφημιστικός, -ή, -ό, διαφημιστής, -ια

denuncia 1. θ, νομ, πρχ αντι-νουνσια> αντι-μήνυση= καταγγελία για παρανομία

2. νομ, καταγγελία σύμβασης, συμβολαίου

3. εκφ, hacer, poner, presentar una denuncia κάνω, καταθέτω, υποβάλλω καταγγελία

denunciar πρχ ντε-νουνκιαρ> αντ-αναγγέλλω> κατ-αγγέλλω

1. ρμ, καταγγέλλω, κάνω καταγγελία σε αρμόδιο φορέα,

denunció el robo de su coche, κατήγγειλε την κλοπή του αμαξιού του,

ha denunciado a su esposo por malos tratos, κατήγγειλε τον σύζυγό της για κακοποίηση

2. καταγγέλλω σε μέσα, denunció en prensa las irregularidades,

κατήγγειλε στον Τύπο τις παρατυπίες

3. νομ, καταγγέλλω, denunciar un tratado, un contrato,

καταγγέλλω μια συμφωνία, σύμβαση, συμβόλαιο

4. μτφ, κάτι καταγγέλλει σαν ένδειξη, αποκαλύπτω, φανερώνω, δείχνω,

goteras que denuncian una grieta en el techo,

διαρροή νερού που φανερώνει μια σχισμή στο ταβάνι

5. για ορυχείο, ανακαλύπτω κοίτασμα και αιτούμαι την παραχώρηση, την εκχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσής του

6. προαγγέλλω, προμηνύω, esas nubes denuncian lluvia,

αυτά τα σύννεφα προαγγέλλουν βροχή

denunciación 1. θ, καταγγελία

denunciante 1. ε, α θ, καταγγέλλων, -ουσα, -ον, καταγγέλων, -ουσα

denunciatorio, ria 1. ε, καταγγελτικός, -ή, -ό

denuncio 1. α, αίτηση για παραχώρηση ορυχείου προς εκμετάλλευση

enunciar 1. ρμ, εξ-αναγγέλλω= λέω κάτι με συντομία, διατυπώνω, enunció sus peticiones,

διατύπωσε τις αιτήσεις του

enunciaron el problema de física de manera incorrecta,

διατύπωσαν το πρόβλημα της φυσικής με τρόπο μη ορθό

enunciación 1. θ, διατύπωση προβλήματος, ιδέας, enunciación de problema, idea

enunciado 1. α, γλγ, μαθ, διατύπωση, εκφώνηση

enunciativo, va 1. ε, διατυπωτικός, -ή, -ό, εκφραστικός, -ή, -ó, επ-εξηγηματικός, -ή, -ό,

El gobernador habló sobre la crisis en un discurso claro y enunciativo,

Ο κυβερνήτης μίλησε για την κρίση σε μια σαφή και επεξηγηματική ομιλία

2. γλγ, δηλωτικός, -ή, -ó, Una afirmación como "El agua está hirviendo" es un ejemplo de oración enunciativa, Μια πρόταση όπως «Το νερό βράζει» είναι ένα παράδειγμα δηλωτικής πρότασης

prenunciar 1. ρμ, λέω νέο από πριν= προαναγγέλλω, προ-ανακοινώνω,

Prenunció la desaparición de esa línea de trabajo,

Ανακοίνωσε την εξαφάνιση αυτού του είδους εργασίας

2. προμηνύω, προοιωνίζομαι

prenuncio 1. α, προαναγγελία

2. προμήνυμα, οιωνός

pronunciar πρχ προ-λεω νεο> λέξη= προ-φέρω, προ-αναγγέλλω

1. ρμ, προφέρω συλλαβή, λέξη, εκφέρω, le resulta imposible pronunciar la elle,

του είναι αδύνατο να προφέρει το εγιε

2. βγάζω λόγο, pronunciar un discurso

3. νομ, εκδίδω δικαστική απόφαση, απαγγέλω ετυμηγορία,

hoy se pronunciará el veredicto, σήμερα θα βγει η ετυμηγορία

4. μτφ, προ-αναγγέλει κάτι, πρχ προ-νουνσιο> κάνει προ-(φ)ανές, πρχ υπερ-το-νίζει = τονίζω, αναδεικνύει, el maquillaje le pronuncia los ojos, το μακιγιάζ τονίζει τα μάτια της

ese vestido le pronuncia sus caderas, αυτό το φόρεμα υπερ-τονίζει τους γλουτούς της

5. ραντ, υπερ-αναγγέλλομαι= αποφαίνομαι, τοποθετούμαι, εκδηλώνομαι υπέρ ή κατά,

no quiso pronunciarse sobre el tema, δε θέλησε να τοποθετηθεί επί του Θέματος

se pronunció a favor de la medida, αποφάνθηκε υπέρ του μέτρου

6. μτφ, προ-αγγέλλω λόγο> στάση ενάντια σε καθεστώς= εξεγείρομαι, ξεσηκώνομαι,

se han pronunciado los militares rebeldes, έχουν εξεγερθεί οι στρατιωτικοί επαναστάτες

7. μτφ, προ-αγγέλλεται κάτι, γίνεται πιο αντιληπτό, πρχ προ-(φ)αίνεται κάτι,

se le ha pronunciado la tartamudez, του έχει φανερωθεί η δυσκολία ομιλίας

pronunciación 1. θ, προφορά συλλαβής, λέξης, ήχου σε γλώσσα

2. εκφορά λόγου δημόσια

3. απόφανση απόφασης υπέρ ή κατά για κάτι

pronunciamiento 1. α, προνουντσιαμέντο, εξέγερση

2. νομ, ετυμηγορία, δικαστική απόφαση

3. σνθ, pronunciamiento militar, στρατιωτικό πραξικόπημα

pronunciado, da 1. ε, μτφ, που προ-αναγγέλλει κάτι, προ-φανές= εύκολα αντιληπτό,

έντονος, -η, -o, τονισμένος, -η, -o, πεταχτός, -ή, -ó,

acento pronunciado, προφορά έντονη

rasgos pronunciados, έντονα χαρακτηριστικά,

bajada pronunciada, απότομη πλαγιά

curva pronunciada, απότομη στροφή

sufre una cojera muy pronunciada, έχει μια χωλότητα πολύ έντονη

ángulo pronunciado, έντονη γωνία

pronunciador, ra 1. ε, που προφέρει

impronunciable πρχ μη-προ-φερόμενος

1. ε, δυσπρόφερτος, -η, -o για ήχο, συλλαβή

Con tantas consonantes, esa palabra parece casi impronunciable,

Με τόσα πολλά σύμφωνα, αυτή η λέξη φαίνεται σχεδόν δυσπρόφερτη

2. που δεν λέγεται με λόγια, άφατος, -η, -o, ανέκφραστος, -η, -o, ανείπωτος, -η, -o

pronuncio 1. α, θρη, προ-νούντσιος

renuncia πρχ παρ-αναγγέλω κάτι, αγγέλλω εναντίον του, πρχ ρε-νουνσια> παρ-άρνηση

1. θ, αποποίηση, απάρνηση, nadie entiende su renuncia al premio,

κανείς δεν καταλαβαίνει την αποποίηση του στο βραβείο

2. παραίτηση, he enviado mi renuncia al director,

έχω στείλει την παραίτηση μου στον διευθυντή

3. νομ, παραίτηση

4. απ-άρνηση σε κάτι σαν θυσία ή ανάγκη, el médico le ha aconsejado la renuncia al alcohol,

ο ιατρός τον έχει συμβουλέψει την απάρνηση στο αλκοόλ

5. εκφ, hacer renuncia de, κάνω παραίτηση, αποποίηση σε, παραιτούμαι, αποποιούμαι

renunciar a, πρχ παρ-αρνούμαι να έχω, να κάνω κάτι

1. ρα, αποποιούμαι, ambos países acordaron renunciar a ciertos derechos territoriales,

και οι δύο χώρες συμφώνησαν να αποποιηθούν κάποια εδαφικά δικαιώματα

2. παραιτούμαι, Después de años de servicio, decidió renunciar a su puesto,

Μετά από χρόνια υπηρεσίας, αποφάσισε να παραιτηθεί από τη θέση του

3. αρνούμαι να καταλάβω, παραδεχτώ κάτι, renunció a entenderlo,

αρνήθηκε να το καταλάβει

4. απαρνούμαι κάτι, κόβω, debes renunciar al azúcar, πρέπει να κόψεις την ζάχαρη

5. αθλ, αρνούμαι να εμφανιστώ

6. σε χαρτιά, πάω πάσο

7. αρνούμαι να πάρω κάτι, renunciaron al premio, αρνήθηκαν το βραβείο

8. εγκαταλείπω, renunciaron a la lucha, εγκατέλειψαν τον αγώνα

9. ραντ, renunciarse a sí mismo, απαρνιέμαι τον εαυτό μου για λόγους ηθικούς, θρησκείας

renunciación 1. θ, renuncia

renunciamiento 1. α, renuncia

renuncio 1. α, πάσο σε χαρτιά, σαν άρνηση να παίξω,

El jugador ganó la baza con un renuncio y por eso fue anulada,

Ο παίκτης κέρδισε την μπάζα με πάσο και ως εκ τούτου ακυρώθηκε

2. κατάφορο ψεύδος, αντίφαση κάποιου, σαν άρνηση μεγάλη της αλήθειας

Es cierto que me pilló en un renuncio, pero no hubo intención de engañar a nadie,

Είναι αλήθεια ότι με έπιασε να λέω ψέματα, αλλά δεν υπήρξε καμία πρόθεση να εξαπατήσω κανέναν

3. εκφ, hacer renuncio, πάω πάσο

pillar a alguien en (un) renuncio, πιάνω κάποιον να λέει ψέματα

irrenunciable 1. ε, μη αρνήσιμο= μη παραιτήσιμος, -η, -ο, μη αποποιήσιμος, -η, -ο,

που δεν χωρεί παραίτηση, derecho irrenunciable, δικαίωμα μη παραιτήσιμο

Scroll to Top