ANO

ANO= ΠΡΧ Κ-ΑΝΝΗ> ΟΠΗ, ΚΥΚΛΟΣ ΚΑΝΝΗΣ, ΜΤΦ, ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ, ΚΡΙΚΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ano πρχ κ-άννη όπλου= οπή, κύκλος κάννης, μτφ, δακτυλίδι, κρίκος

1. α, ανα, πρωκτός, έδρα

2. σνθ, ano contra natura, παρά φύση έδρα

anal 1. ε, πρωκτικός, -ή, -ό

analmente 1. επρ, πρωκτικά

anélido 1. α, ζωλ, αννελίδης, ζωνοσκώληκας

anilla πρχ κ-αννούλα= δακτύλιος

1. θ, δακτύλιος κουρτίνας, anilla de cortina

2. κρίκος, carpeta de anillas, ντοσιέ με κρίκους

3. περόνη χειροβομβίδας, anilla de granada

4. δαχτυλίδι σε κουτάκι, anilla de envase,

para abrir, tirar de la anilla, για να ανοίξει, τραβάτε το δαχτυλίδι

5. δαχτυλίδι σε πτηνό, colocaron anillas en las patas de las palomas,

τοποθέτησαν δαχτυλίδια στα πόδια των περιστεριών

6. δαχτυλίδι σε πούρο, las anillas de los puros, τα δαχτυλίδια των πούρων

7. σνθ, anilla olímpica, ολυμπιακός κύκλος

anillas 1. θ πλ, κρίκοι γυμναστικής, anillas de gimnasia

anillar 1. ρμ, περνώ δαχτυλίδι σε πόδι πτηνού

2. περνώ ετικέτα σε πούρο

anillamiento 1. α, πέρασμα δαχτυλιδιού σε πόδι πτηνού

anillado, da 1. ε, για πράγμα, δακτυλιωτός, -ή, -ó, columna anillada, κίονας δακτυλιωτός,

με δακτυλίους

2. ζωλ, δακτυλιωτός, -ή, -ó, που έχει δαχτυλίδια, cola anillada, ουρά με δαχτυλίδια

anillado 1. α, πέρασμα δαχτυλιδιού σε πόδι πτηνού

2. τοποθέτηση μεταλλικού δαχτυλιδιού στον κάλυκα οβίδας, anillado de obús

anillo 1. α, δαχτυλίδι χεριού, un anillo de oro, ένα χρυσό δαχτυλίδι,

anillo de boda βέρα, δαχτυλίδι γάμου

anillo de compromiso, βέρα, δαχτυλίδι αρραβώνων

2. δακτύλιος μεταλλικός

3. μτφ, κύκλος ατόμων, un grupo de personas formaba anillo en torno del jugador,

μια ομάδα ατόμων σχημάτιζε έναν κύκλο γύρω από τον παίκτη

4. αυξητικός, ετήσιος δακτύλιος δέντρου

5. δακτύλιος πλανήτη, los anillos de Saturno, οι δακτύλιοι του Κρόνου

6. ζωλ, μεταμερίδιο

7. ζωλ, δαχτυλίδι φιδιού

8. ατκ, δακτύλιος κίονα,

9. ατκ, στεφάνη

10. ερλ, κρίκος

11. χημ, δακτύλιος

11. ταυ, αρένα

12. στρ, μεταλλική ταινία

13. σνθ, anillo colector, ηλεκτρόδιο λήψης, συλλογής

anillo de ajuste, δακτύλιος ρύθμισης

anillo pélvico, πυελικός δακτύλιος

14. εκφ, no caérsele los anillos a alguien, οικ, μτφ, δεν πέφτει η μύτη μου,

no se me caen los anillos por barrer la casa, δε θα μου πέσει η μύτη εάν σκουπίσω το σπίτι sentar como anillo al dedo, οικ, κάθεται σαν δαχτυλίδι στο δάκτυλο= μου έρχεται γάντι, este trabajo le sienta como anillo al dedo, αυτή η δουλειά του έρχεται γάντι

venir como anillo al dedo, έρχομαι την κατάλληλη στιγμή,

tu ayuda me viene como anillo al dedo, η βοήθειά σου έρχεται την κατάλληλη στιγμή

ή ταιριάζει σε κάτι, esa explicación viene como anillo al dedo para nuestra teoría,

αυτή η εξήγηση ταιριάζει απόλυτα με τη θεωρία μας

anular 1. ε, δακτυλοειδής, -ής, -ές

2. για δάκτυλο, μέσος, -η, -o

3. α, δάκτυλο μέσος

Scroll to Top