AÑICOS= ΠΡΧ ΑΝΙΗ-ΚΟΣ> ΝΙΑ-ΝΙΑ> ΚΟΜΜΑΤΙΑ, ΘΡΥΨΑΛΛΑ ΑΠΟ ΚΑΤΙ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
añicos 1. α πλ, πρχ νια-νια= κομμάτια, θρύψαλα από κάτι που σπάει,
recogió los añicos del jarrón, μάζεψε τα κομμάτια του βάζου
2. εκφ, dejar a alguien hecho añicos, μτφ, αφήνω κάποιον σαν νια-νια= εξαντλώ κάποιον
ή μτφ, κάνω νια-νια ψυχικά= του ρίχνω το ηθικό, καταρρακώνω κάποιον, κάνω κομμάτια
la muerte de su hijo la dejó hecha añicos, o θάνατος του γιού της την έκανε κομμάτια
estar hecho añicos, για πράγμα, γίνομαι θρύψαλα, los vasos están hechos añicos,
τα ποτήρια έχουν γίνει θρύψαλα
ή μτφ, είμαι πολύ κουρασμένος, κατάκοπος
ή μτφ, είμαι πεσμένος ηθικά, έχω πεσμένο ηθικό
hacer algo añicos, κάνω κάτι νια-νια> κομμάτια, θρύψαλα, la bomba hizo añicos el coche,
η βόμβα διέλυσε το αμάξι
hacerse algo añicos, για πράγμα, γίνομαι κομμάτια
ή μτφ, οικ, γίνομαι κομμάτια> προσπαθώ πολύ για κάτι, μου φεύγει ο πάτος,
se hizo añicos para conseguir la plaza, προσπάθησε πολύ για να πάρει την θέση