ANDAR

ANDAR= ΠΡΧ ΑΝΔΑΡ> Β-ΑΝΔΙΖΩ= ΒΑΔΙΖΩ, ΠΕΡΠΑΤΩ, ΑΝΤΕ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ambulancia 1. θ, πρχ αμφι-λατώ= πάω προς 2 κατευθύνσεις = ασθενοφόρο

ambulanciero, ra 1. α θ, πρχ αμφι-λατών τον ασθενή= τραυματιοφορέας

ambulante 1. ε, πρχ αμφι-λατών= περιοδεύων, -ουσα, -ον, περιφερόμενος, -η, -ο,

πλανόδιος, -α, -o, circo ambulante, πλανόδιο τσίρκο

venta ambulante, πλανόδιο εμπόριο

2. α θ, πλανόδιος πωλητής, -ια

ambulatorio 1. α, εξωτερικά ιατρεία

ambulatorio, ria 1. ε, κινητός, -ή, -ό, κινούμενος, -η, -o

cirugía ambulatoria, κινητή χειρουργική μονάδα

amblar 1. ρα, πρχ αμφι-λατώ= πλαγιοποδίζω

ambladura 1. θ, πλαγιοποδισμός, paso de ambladura, πλαγιοποδισμός

amblador, ra 1. ε, πλαγιοποδιστικός, -ή, -ό, που περπατά κινώντας τα άκρα ίδιας πλευράς

deambular 1. ρα, πρχ δια-αμφι-λατώ= σεργιανίζω, περι-διαβαίνω, περιπλανιέμαι,

Amaba deambular por el campo de noche en medio de la niebla,

Αγαπούσα να περιπλανιέμαι στην εξοχή τη νύχτα μέσα στην ομίχλη

Había muchísimos niños deambulando por las calles expuestos al frío sin abrigo,

Υπήρχαν πολλά παιδιά περιπλανώμενα στους δρόμους εκτεθειμένα στο κρύο χωρίς παλτά

deambulación 1. θ, σεργιάνι, περιπλάνηση

deambulatorio 1. α, ατκ, δια-αμφι-λατήριο= περιστύλιο, διάδρομος του ναού που οδηγεί σε παρεκκλήσιο ή στο εσωτερικό μονής

preámbulo 1. α πρχ προ-αμφι-λάτημα = προοίμιο, εισαγωγή, πρόλογος για κάτι

El orador comenzó su charla con un preámbulo humorístico,

Ο ομιλητής ξεκίνησε την ομιλία του με ένα χιουμοριστικό προοίμιο

La fiesta de bienvenida fue un buen preámbulo a la conferencia anual,

Το πάρτι υποδοχής ήταν ένα καλό προοίμιο για το ετήσιο συνέδριο

2. μτφ, πρόφαση, υπεκφυγή για κάτι

3. εκφ, sin más preámbulos, χωρίς πολλούς προλόγους

funámbulo, la 1. α θ, πρχ φ-ουν-αμφι-λατης= σχοινο-βάτης, -ισσα,

El público del circo admiró la destreza del funámbulo,

Το κοινό του τσίρκου θαύμασε την ικανότητα του σχοινοβάτη

funambulista 1. α θ, σχοινο-βάτης, -ισσα

funambulesco, ca 1. ε, μτφ, αλλόκοτος, -η, -o, Es un personaje funambulesco,

Είναι ένας χαρακτήρας αλλόκοτος

ralea πρχ ρα-λεα> φα-ρα, κα-ριολα, πρχ π-ρο-ώλης= άτομα χαμηλού επιπέδου

1. θ, υτμ, φάρα, στόφα, gente de la misma ralea, άνθρωποι του ίδιου φυράματος

2. καταγωγή για οικογένεια, gente de baja ralea, άνθρωποι χαμηλής καταγωγής

3. για πράγμα, ποιότητα, πάστα, es una silla de mala ralea,

είναι μια καρέκλα κακής ποιότητας

andar πρχ β-ανδίζω= βαδίζω, περπατώ, κινούμαι, πρχ άντε> έννοια του κινούμαι, πάω

1. ρα, για άτομο, ζώο, περπατώ, βαδίζω, anda más deprisa, περπάτα πιο γρήγορα

andar a gatas, περπατάει στα τέσσερα

"Cuando ando, me canso mucho", le dijo la anciana a su médico,

«Όταν περπατάω, κουράζομαι πολύ», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα στον γιατρό της

2. μτφ, πράγμα που βαδίζει, προχωρά= λειτουργώ, el reloj anda bien, το ρολόι πάει καλά

las cosas andan mal, τα πράγματα πάνε άσχημα

La lavadora no anda, Το πλυντήριο ρούχων δεν λειτουργεί

3. μτφ, βαδίζω= είμαι σε κατάσταση, anda preocupado, είναι ανήσυχος,

anda contento porque se va de vacaciones, είναι χαρούμενος επειδή θα πάει διακοπές

4. μτφ, βαδίζω, πάω, ¿cómo andamos de tiempo? πώς πάμε από χρόνο;

Mi matrimonio no anda bien, Ο γάμος μου δεν πάει καλά

5. ρα, βαδίζω μια απόσταση, διανύω, andar 5 kilómetros, κάνω 5 χιλιόμετρα

6. μτφ, βαδίζω > είμαι με βρισιές, φωνές, χτυπήματα,

siempre anda a chillidos e insultos con todo el mundo,

πάντα είναι με τσιρίδες και προσβολές με όλο τον κόσμο

7. μτφ, χειρίζομαι, παίζω με, andar con, no debes andar con la serpiente,

δεν πρέπει να παίζεις με το ερπετό

8. μτφ, andar en, ασχολούμαι με, τρέχω με κάτι,

anda en negocios desde que regresó de vacaciones,

ασχολείται με δουλειές από τότε που επέστρεψε από διακοπές

9. μτφ, βαδίζω μέσα σε κάτι= είμαι μπλεγμένος σε υποθέσεις,

anda siempre metido en jaleos, είναι πάντα μπλεγμένος σε σαματάδες

10. μτφ, σκαλίζω, ψαχουλεύω, ¿quién ha andado en mi despacho?

ποιος ψαχούλεψε το δωμάτιο μου;

11. μτφ, βαδίζει> είναι γύρω από κάτι, anda en los 40, είναι γύρω στα 40

12. andarse con, ραντ, βαδίζω με= τρόπος που κινούμαι, κάνω κάτι,

andarse con cuidado, βαδίζω με προσοχή= προσέχω,

siempre se anda con bromas, πάντα κινείται με αστεία, αστειεύεται

13. εκφ, a más, a todo andar, με πλήρη βάδισμα= ολοταχώς

andar a la que salta, βαδίζω για να βγει το μεροκάματο= μεροδούλι, μεροφάι

andar de acá para allá, πηγαίνω πέρα δώθε

dime con quién andas y te diré quién eres, πρμ, πες μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι quien mal anda, mal acaba, πρμ, όποιος άσχημα βαδίζει, άσχημα πάει=

κακή αρχή, κακό τέλος

todo se andará, όλα θα γίνουν

desandar πρχ αντι-βαδίζω

1. ρμ, desandar el camino, κάνω τη διαδρομή αντίστροφα, γυρίζω πίσω

2. εκφ, desandar lo andado, γυρίζω πίσω ή μτφ κάνω πίσω σε κάτι

andar 1. α, τρόπος βαδίσματος, βάδισμα, περπάτημα, περπατησιά,

2. βάδισμα σε κάτι= πέρασμα χρόνου, con el andar del tiempo, με την πάροδο του χρόνου

3. θ πλ, andares, βάδισμα, περπατησιά, con sus andares femeninos,

με το θηλυκό της βάδισμα

andada 1. θ πλ, ίχνη βαδίσματος από ζώα

2. πράξη του andar

3. εκφ, volver a las andadas, γυρίζω στα βαδίσματα= ξανακυλώ, ξαναπέφτω στα ίδια,

no deja el tabaco, después de tres meses ya ha vuelto a las andadas,

δεν αφήνει το κάπνισμα, μετά από τρεις μήνες έχει ξαναπέσει στα ίδια

andaderas 1. θ πλ, πρχ βαδιστήρι= στράτα, περπατούρα

andadura 1. θ, βάδισμα, βηματισμός

andado, da 1. ε, μτφ, για ρούχο βαδισμένο= φθαρμένος, -η, -ο, φορεμένος, -η, -ο,

lleva un abrigo muy andado, φοράει ένα παλτό πολύ φορεμένο

andador, ra 1. ε, βαδιστής= καλός περιπατητής, -ια

2. περιπλανώ-μενος, -η, -ο

3. α θ, περιπατητής, -ια

andador 1. α, στράτα για παιδί

2. βοηθητικό πλαίσιο βάδισης για ενήλικο

3. βαδιστής μηνυμάτων= αγγελιοφόρος

andadores 1. α πλ, βαδιστήρια= λουρί συγκράτησης μικρών παιδιών

bienandante 1. ε,πρχ ευ-βαδίζων= ευτυχισμένος, -η, -ο, τυχερός, -ή, -ό

bienandanza 1. θ, πρχ ευ-βαδισιά= ευτυχία

2. επιτυχία

3. τύχη στα γεγονότα

andén πρχ μέρος για βάδην ατόμων

1. α, αποβάθρα σταθμού, sitúense a lo largo del andén,

σταθείτε κατά μήκος της αποβάθρας

2. αποβάθρα μώλου

3. πλευρική αποβάθρα, έρεισμα δρόμου

4. νησίδα ασφαλείας

andurriales 1. α πλ, πρχ βάδην-έρημο= ερημιά, ερημότοπος

¿qué haces por estos andurriales? τι κάνεις σ’ αυτόν τον ερημότοπο;

anea 1. θ, πρχ ανθός ψάθας= ψάθα, silla de anea, ψάθινη καρέκλα

andarivel πρχ βαδίζει-ρέμα ή αντι-ροή

1. α, πορθμείο σε ποτάμι που σύρεται με σχοινί

2. ναυ, βαδίζει-όριο= κουπαστή, προστατευτικό σκοινί σε πλοία, παραπέτο πλοίου

andaraje 1. α, πρχ βαδι-τροχός μαγγανοπήγαδου

andariego, ga 1. ε, καλο-βαδιστικός, -ή, -ό

2. περιπλανώμενος, -η, -o, un comerciante andariego, ένας περιπλανώμενος πωλητής

andarín, ina 1. ε, α θ, περι-πατητικός, -ή, -ó, περι-πατητής, -ια

andas 1. θ πλ, ξύλινη πλατφόρμα που μεταφέρεται στους ώμους καθώς βαδίζω

2. εκφ, llevar en andas, μεταφέρω στους ώμους σε λιτανείες

los hombres llevaban al Cristo en unas andas,

οι άντρες κουβαλούσαν τον Χριστό στους ώμους

andero 1. α, πρχ β-αδι-φόρος= κατά τη λιτανεία, άτομο που φέρει στους ώμους το άρμα της λιτανείας

andante 1. ε, περιπλανώμενος, -η, -o

2. μσκ, αντάντε

3. επρ, αντάντε

4. α, αντάντε

andantino 1. επρ, μσκ, ανταντίνο

2. α, ανταντίνο

andanza πρχ βάδισμα στην ζωή

1. θ, περιπέτεια, me contó todas sus andanzas, μου διηγήθηκε όλες του τις περιπέτειες

2. βάδισμα μοίρας= τύχη, buena, mala andanza, καλή, κακή τύχη

andana 1. θ, σειρά, γραμμή

2. εκφ, llamarse a Andana, andana, οικ, καλείται στην γραμμή= έχω ξεχάσει κάτι,

απέχω από κάτι ηθελημένα

andanada πρχ αράδα

1. θ, ομο-βροντία πυρός

2. οικ, επίπληξη

3. εκφ, soltar una andanada de, αμολάω ένα βάδισμα= σειρά από, αράδα από κάτι

andamio 1. α, σκαλωσιά, ικρίωμα

2. σνθ, andamio suspendido, colgado κρεμαστή, αναρτημένη, σκαλωσιά

andamiada 1. θ, σκαλωσιά, ικρίωμα

andamiaje 1. α, σκαλωσιά, ικρίωμα

andamiar βάζω βάδισμα= σκαλωσιά

1. ρμ, βάζω σκαλωσιά, για κτίριο, κατασκευή, andamiaron la casa,

έβαλαν σκαλωσιές στο σπίτι

2. μτφ, συμ-βαδίζω με κάποιον, είμαι βάδισμα για κάποιον= στηρίζω

anda πρχ σαν άντε ρε

1. επφ, για ενθάρρυνση ή παρότρυνση, άντε πάμε, έλα, ¡anda, ven con nosotros!

άντε, έλα μαζί μας!

2. για δυσπιστία, απιστία για κάτι, άντε ρε, έλα τωρα, ¡anda ya! eso no te lo crees ni tú,

άντε ρε! αυτό ούτε εσύ δεν το πιστεύεις

¡anda! ¿qué dices? μην μου πεις!, μα τι λες τώρα;

¡anda (ya)! άντε!, έλα τώρα!, ναι, καλά!

3. για έκπληξη, θαυμασμό για κάτι, άντε, έλα, μη μου το λες!,

4. για να δώσεις έμφαση σε αίτημα, ¡anda, mamá, cómprame esos zapatos!

άντε μαμά, αγόρασε μου αυτά τα παπούτσια!

Scroll to Top