ANAFILAXIA= ΠΡΧ ΑΝΑΦΥΛΑΞΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
anafilaxia 1. θ, ιατ, βιο, αναφυλαξία
anafilaxis 1. θ, αναφυλαξία
anafiláctico, ca 1. ε, αναφυλακτικός, -ή, -ó
filacteria 1. θ, φυλαχτό
profilaxia 1. θ, ιατ, προφύλαξη
profilaxis 1. θ, ιατ, προφύλαξη
profiláctica 1. θ, ιατ, προφύλαξη
profiláctico, ca 1. ε, ιατ, προφυλαχτικός, -ή, -ó
profiláctico 1. α, προφυλαχτικό