ALQUITRÁN= ΠΡΧ ΚΑΤΡΑΜΙ> ΠΙΣΣΑ, ΠΡΧ ΧΥΤΗΡΙΟ> ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alquitara 1. θ, πρχ χυτήριο= αποστακτήρας οινοπνευματωδών, λαμπίκος
alquitarar 1. ρμ, ραντ, περνάω από χυτήριο= αποστάζω, διυλίζω,
El líquido se alquitara para aumentar la concentración del alcohol,
Το υγρό αποστάζεται για να αυξήσει τη συγκέντρωση του αλκοόλ
alquitrán 1. α, πρχ κατραμι= πίσσα δρόμου, τσιγάρου, alquitrán de carretera, cigarrillo
2. σνθ, alquitrán mineral, ορυ, ορυκτή πίσσα
alquitranar 1. ρμ, περνάω κατράμι= πισσώνω, alquitranar la calle, πισσώνω τον δρόμο,
máquina de alquitranar, μηχάνημα ασφαλτόστρωσης
alquitranado 1. α, πίσσωμα
2. ναυ, πισσωμένο ύφασμα
alquitranador, ra 1. ε, una máquina alquitranadora, ένα μηχάνημα ασφαλτόστρωσης
2. α θ, πισσωτής
alquitranadora 1. θ, μηχάνημα ασφαλτόστρωσης