ALISO

ALISO= ΜΤΘ ΑΛΙ-ΣΟ> ΣΚ-ΛΗΘΡΑ

aliso 1. α, βοτ, δέντρο σκλήθρα

2. ξύλο σκλήθρα

3. καρπός σκλήθρας

4. σνθ, aliso blanco, λευκή σκλήθρα

aliso negro, μαύρη σκλήθρα

alisar 1. α, συστάδα από σκλήθρες

aliseda 1. θ, συστάδα από σκλήθρες

Scroll to Top