ALIGÁTOR= ΠΡΧ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ, ΣΑΥΡΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
aligátor 1. α, ζωλ, αλιγάτορας
alagartado, da 1. ε, αλιγατορο-ειδής= σαυρο-ειδής, -ής, -ές
lagarto, ta 1. α θ, ζωλ, πρχ λαγαρτο> αλιγάτορ= σαύρα
2. οικ, μτφ, ενεργεί σαν σαύρα, πονηρός, -ή, πανούργος, -α, κατεργάρης, -α
El presidente está rodeado de lagartos, Ο πρόεδρος είναι περικυκλωμένος από πονηρούς
3. σνθ, lagarto de Indias, αλιγάτορας
lagarto ocelado, verde, στικτή, πράσινη σαύρα
lagarto 1. α, οικ, μτφ, ποντίκι, δικέφαλος μυς
2. επφ, φίδι, φίδι!
3. επφ, για να διώξουν την κακοτυχία, σαν αλάργα= χτύπα ξύλο!
lagartón, ona 1. ε, α θ, οικ, μτφ, πονηρός, -ή, -ó, κατεργάρικος, -η, -o, κατεργάρης, -α, κατεργαράκος, -α
2. θ, πόρνη
lagarta 1. θ, οικ, μτφ, πονηρή, κατεργάρα γυναίκα
2. εκμεταλλεύτρια γυναίκα
3. εντ, λυμάντρια
lagartija 1. θ, ζωλ, σαύρα
lagartijo 1. α, ζωλ, σαμιαμίδι
lagartera 1. θ, φωλιά σαύρας
lagartijero, ra 1. ε, ζωλ, που κυνηγάει σαύρες
lacértido 1. α, ζωλ, σαυρο-ειδές, σαυρό-μορφο