ALICATAR= ΠΡΧ Α-ΛΙΚΑΤΑΡ> ΒΑΖΩ ΠΛΑΚΑΤ= ΠΛΑΚΑΚΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alicatado 1. α, πλακάκια κουζίνας, μπάνιου, alicatado de cocina, baño
alicatar 1. ρμ, αλικαταρ> π-λακατ-αρω= ντύνω με πλακάκια
2. βάζω πλακάκια σε μπάνιο, κουζίνα
3. λαξεύω πλακάκια
alicatador, ra 1. α θ, πλακάς, που βάζει πλακάκια
alicatado, da 1. ε, στολισμένος, -η, -o με πλακάκια
2. ντυμένος, -η, -ο με πλακάκια, cocina alicatada, κουζίνα με πλακάκια
alicate, alicates 1. α ή α πλ, πρχ σαν σαγόνια αλιγάτορα οι 2 τσιμπίδες= λαβίδα
2. σνθ, alicates de corte, πένσα
alicates universales, πένσα γενικής χρήσης
alicates de uñas, νυχοκόπτης