ALGA

ALGA= ΠΡΧ ΑΛ-ΓΚΑ> ΑΛΓΗ, ΦΥΚΙΑ

alga 1. θ, βοτ, φύκι

2. σνθ, algas marinas, θαλάσσια φύκια

alguero, ra 1. α θ, συλλέκτης, -ια και έμπορος φυκιών

algoso, sa 1. ε, γεμάτος, -η, -ο φύκια

alguicida, da 1. ε, φυκο-κτόνος, -α, -ο, που σκοτώνει τα φύκια

Scroll to Top