ALCORNOQUE= ΠΡΧ ΚΟΡΝΟ-ΚΕ> ΚΕΡΚΟ-ΠΟΡΤΑ> ΦΥΛΛΟΦΟΡΟΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ
alcornoque 1. α, βοτ, φυλλοφόρος βελανιδιά
2. ξύλο φελλός
3. μτφ, άτομο φελλός στο μυαλό, κούτσουρο, βλάκας, ¡pedazo de alcornoque!
κομμάτι κούτσουρο! βλάκα!
alcornocal 1. α, βοτ, δάσος φελλοδρυός