ALCACHOFA= ΠΡΧ ΑΛ-ΚΥΝΟ-ΦΥ-ΛΛΑ> ΑΓ-ΚΙΝΑΡΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alcachofa 1. θ, φυτό αγκινάρα ή κεφάλι αγκινάρας
2. μτφ, κεφάλι γαιδουράγκαθου, alcachofa del cardo
3. μτφ, κεφαλή σε ποτιστήρι, ντούς, alcachofa de regadera, ducha
4. κεφαλή μικροφόνου, alcachofa de micrófono
5. χυδ, μτφ, μουνί
alcachofado, da 1. ε, αγκιναράτος, -η, -ο, με σχήμα αγκινάρας
alcachofado 1. α, φαγητό από αγκινάρες
alcachofar, alcachofal 1. α, αγκιναρώνας, έκταση γης όπου καλλιεργούνται αγκινάρες
alcachofera 1. θ, φυτό αγκινάρα
alcachofero, ra 1. ε, αγκιναρο-φόρος, -α, -ο, που παράγει αγκινάρες
2. α θ, αγκιναρο-πώλης