ALBO

ALBO=ΠΡΧ ΑΛΜΠΙΝΟ, ΑΛΦΙΣΜΟΣ> ΛΕΥΚΟ, ΑΛΜΠΟΥΜ> ΛΕΥΚΩΜΑ, ΛΕΥΚΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ

alba

1. θ, αυγή, ξημέρωμα, El gallo canta al alba, Ο πετεινός λαλεί την αυγή

2. θρη, άμφιο λευκού χρώματος από λινό

3. μσκ, ωδή, επειδή ακούγεται πρωί

4. εκφ, al despuntar, rayar, romper el alba, με το πρώτο φως της μέρας

Alba 1. ονο, Άλμπα

albanés, esa 1. ε, α θ, αλβανικός, -ή, -ό Αλβανός, ή

albanés 1. α, Αλβανικά, γλώσσα

Albania 1. ονο, Αλβανία

albar 1. ε, για δέντρο, λευκός, -ή, -ó

2. λγτ, για χρώμα, λευκός, -ή, -ó, λευκόχρωμος, -η, -o

albarejo, ja 1. ε, για φυτό, που δίνει άσπρο αλεύρι ανώτερης ποιότητας

albarillo 1. α, φρούτο, λευκόσαρκο βερύκοκο

2. μσκ με κιθάρα με πολύ γρήγορος ρυθμός, όπως ξημερώνει, γρήγορα

albariño 1. α, ποικιλία λευκού κρασιού της Γαλικίας,

albariza 1. θ, αλμυρή λίμνη, επειδή έχει λευκό χρώμα λόγω αλατιού

albarizo, za 1. ε ασπριδερός, -ή, -ó

albarizo 1. α, χωράφι με ασπρόχωμα

albazo 1. α, στρ, επίθεση την αυγή, με το πρώτο φως.

albear 1. ρμ, λευκαίνω, ασπρίζω

albedo 1. α, φσκ, λευκαύγεια, αλμπέντο

albero, ra 1. ε, λευκός, -ή, -ό, άσπρος, -η, -ο

albero 1. α, ασπρόχωμα

2. λευκό, άσπρο χρώμα

3. πεδίο δράσης μέσα στην αρένα, επειδή είναι άσπρη η άμμος

albinismo 1. α, αλμπινισμός, λευκοπάθεια

albino, na 1. ε, αλφικός, -ή, -ó, la niña es albina, το κοριτσάκι είναι αλφικό

albo, ba 1. ε, λγτ, λευκός, -ή, -ό, άσπρος, -η, -ο

albor 1. α, λευκότητα, ασπράδα

2. αυγή, χάραμα, ξημέρωμα

3. θ πλ, μτφ, αυγή, ξεκίνημα σε κάτι

4. εκφ, el albor, los albores de la vida, η αυγή, το ξεκίνημα της ζωής

alborada 1. θ, αυγή, χάραμα, ξημέρωμα

2. πρωινές καμπάνες

3. μσκ, εωθινόν άσμα, πρωινή σερενάτα

4. στρ, επίθεση την αυγή

5. στρ, πρωινό εγερτήριο σάλπισμα

alborear 1. ραπρ, αυγίζει, ξημερώνει, χαράζει

alborno 1. α, βοτ, σομφός, σομφόξυλο, λόγω χρώματος λευκού

albita 1. θ, ορυ, αλβίτης

álbum 1. α, λεύκωμα, άλμπουμ

albugíneo, a 1. ε, ιατ, λευκός, -ή, -ó

albugo 1. α, ιατ, λεύκωμα κερατοειδούς ή νυχιών

albúmina 1. θ, βιο, λευκωματίνη, αλβουμίνη

albuminoide 1. α, βιο, χημ, λευκωματώδες

albuminoideo, ea 1. ε, βιο, χημ, λευκωματοειδής, -ής, -ές, αλβουμινοεΐδής, -ής, -ές

albuminómetro 1. α, λευκωματό-μετρο, πρωτεϊνό-μετρο

albuminoso, sa 1. ε, λευκωματώδης, -ης, -ες, λευκωματούχος, -α, -ο

albuminuria 1. θ, ιατ, αλβουμινουρία, λευκωματουρία

enalbar 1. ρμ, εν-αλφίζω κάτι= λόγω φωτιάς> πυρώνω, πυρακτώνω

enjalbegado 1. α, κατ, ασβέστωμα, πρχ εν-ασβέστης= άσπρο

enjalbegar 1. ρμ, κατ, ασβεστώνω, πρχ εν-ασβέστης= άσπρο

enjebar 1. ρμ, για τοίχο, πρχ εν-ασβεστώνω

enjebe 1. α, ασβέστωμα

jalbegar πρχ αλφίζω

1. ρμ, για τοίχο, ασβεστώνω

2. οικ, πουδράρω το πρόσωπο

jalbegue 1. α, ασβεστόχρωμα, ασβέστωμα

2. ασβεστοπολτός

3. οικ, μτφ, φτιασίδι, μπογιά, σαν ασβέστης

in albis 1. εκφ, estar, quedarse in albis , στέκω, μένω στα λευκά> τυφλωμένος νοητικά=

δεν καταλαβαίνω τίποτα

dosalbo, ba 1. ε, πρχ δύο-αλμπο= άλογο με δύο λευκά πόδια

tresalbo, ba 1. ε, πρχ τρι-αλμπο, σχετικός, -ή, -ó με άλογο που έχει τρία άσπρα πόδια

unalbo, ba 1. ε, πρχ ένα-αλμπο= ιππ, άλογο με λευκές κηλίδες σε ένα πόδι

elfo 1. α, ξωτικό, νεράιδα, σαν άσπρο φάντασμα

albarazo 1. α, ιατ, είδος λέπρας

Scroll to Top