ALBARDA

ALBARDA= ΠΡΧ ΜΠΟΥΡΔΑ ΓΙΑ ΥΛΙΚΟ> ΣΑΚΙ> ΜΤΦ ΣΑΜΑΡΙ, ΣΕΛΑ ΑΛΟΓΟΥ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

albarda 1. θ, πρχ μπούρδα> σάκος για υλικό= μτφ, σαμάρι για άλογο

2. μτφ, πρχ αλ-β-αρδα> κομμάτι λαρδιού

3. σνθ, albarda sobre albarda, μπούρδα επί μπούρδα= περιττολογία

albardado, da 1. ε, μτφ, πρχ σαν μπάσταρδο χρώμα= για ζώο που η ράχη του έχει διαφορετικό χρώμα από ό,τι το υπόλοιπο σώμα

albardar 1. ρμ, βάζω μπούρδα> σαμάρι= σελώνω, σαμαρώνω άλογο

albardilla 1. θ, σέλα για το δάμασμα άγριων αλόγων

2. κομμάτι λαρδιού

3. μτφ, γείσο

4. μτφ, μαξιλαράκι

5. μτφ, ίχνη λάσπης σε δρόμο, μονοπάτι

6. αγρ, λάσπη που μαζεύεται στην αιχμή του αρότρου

albardería 1. θ, μέρος για δάμασμα ή δάμασμα άγριων αλόγων, επειδή τους βάζουν σαμάρι

albardero, ra 1. α θ, που φιάχνει μπούρδες> κατασκευαστής, -ια σελών

2. πωλητής, -ια θηλ σελών

albardón 1. α, σέλα

desalbardar 1. ρα, βγάζω την μπούρδα= ξε-σαμαρώνω

enalbardar 1. ρμ, βάζω την μπούρδα= σαμαρώνω

2. μτφ, τυλίγω με λαρδί πτηνό

3. μαγ, πανάρω, βουτώ σε κουρκούτι ή αλεύρι για να τηγανίσω

Scroll to Top