ALBACEA

ΑLBACEA= ΠΡΧ ΑΛ-ΒΑΣΕΑ> Δ-ΙΑ-ΒΑΣΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

albacea 1. α θ, νομ, εκτελεστής, -α διαθήκης

albaceazgo 1. α, νομ, εκτέλεση διαθήκης

Albacete 1. ονο, Αλμπαθέτε

albacetense, albaceteño, ña 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το Αλμπαθέτε

2. α θ, γηγενής, κάτοικος του Αλμπαθέτε

Scroll to Top