AGUJA

AGUJA= ΠΡΧ ΑΓΚΟΥΧΑ> ΑΓΚΙΔΑ, ΑΡΧΑΙΟ ΑΚΙΣ, ΑΚΙΔΑ, ΑΚΟΝΙ, ΑΚΡΟ, ΓΩΝΙΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

acrocefalia 1. θ, ιατ, ακροκεφαλία, πυργοκεφαλία, οξυκεφαλία

acrocéfaio, la 1. ε, α θ, ακροκέφαλος, -η, -o, οξυκέφαλος, -η, -ο, ακροκέφαλος, η

acrocianosis 1. θ, ακροκυάνωση

acrofobia 1. θ, ακροφοβία

acroleína 1. θ, χημ ακρολεΐνη

acrónico, ca 1. ε, αστρ ακρόνυκτος, -η, -o

acronimia 1. θ, γλγ, σχηματισμός ακρωνύμων, ακρωνύμια

acrónimo 1. α, γρμ, ακρωνύμιο

acroparestesia 1. θ, ακροπαραισθησία, διαταραχή αισθητικότητας των άκρων

acrópolis 1. θ, ατκ, ακρόπολη

acrosa 1. θ, χημ, ακρόζη

acróstico, ca 1. ε, με ακροστιχίδα

acróstico 1. α, ακροστιχίδα

acrotera, acrótera 1. θ, ατκ, ακρωτήριο

acroterio 1. α, ατκ, παραπέτο

arista πρχ αριστα> ακριστό = άκρη

1. θ, γμτ, ακμή, las aristas de un cubo, οι ακμές του κύβου,

2. ατκ, ακμή, τομή, bóveda por arista, θόλος με ακμές

3. βοτ, γενειάδα στο στάχυ, σαν άκρη

4. αγρ, άχυρο

5. ακμή αντικειμένου, κόψη, γωνία, Me golpeé contra la arista del escalón,

Χτύπησα στην γωνιά του σκαλοπατιού

6. κορυφογραμμή, Los alpinistas caminaron por la arista de la montaña,

Οι ορειβάτες περπάτησαν κατά μήκος της κορυφογραμμής του βουνού

7. μτφ, πτυχές, Su trayectoria de investigación tiene muchas aristas interesantes,

Η ερευνητική του καριέρα έχει πολλές ενδιαφέρουσες πτυχές

8. μτφ, δυσκολίες, ανωμαλίες που βρίσκουμε σαν πρόβλημα,

hay que limar muchas aristas para llegar a un acuerdo,

θα πρέπει να λιμάρουμε πολλές δυσκολίες για να φτάσουμε σε συμφωνία

aristado, da πρχ ακριστό= με άκρη

1. ε, ακρόστητος, -η, -ο, για αντικείμενο, σχήμα, που έχει ακμές, κόψεις, γωνίες ,

un coche de formas aristadas, αυτοκίνητο με γωνιώδες σχήμα

2. βοτ, στάχυ που έχει γενειάδα

acacia 1. θ, ακακία

2. σνθ, acacia blanca, falsa ψευδο-ακακία

acantácea 1. θ, βοτ, φυτό της οικογένειας των ακανθιδών

acanto 1. α, βοτ, άκανθος

2. ατκ, φύλλο ακάνθου

acantopterigio, gia 1. ε, ακανθοπτερύγιος, -α, -o

acantopterigio 1. α, ακανθοπτερύγιο (ψάρι)

acantosis 1. θ, ιατ, ακάνθωση

acmé 1. α, ακμή

acné 1. θ, κοινή ακμή

2. σνθ, acné juvenil, νεανική ακμή

acné rosácea, ροδόχρους ακμή

guacia 1. θ, βοτ, ακακία

tragacanto 1. α, βοτ, τραγακάνθη

acrobacia 1. θ, ακροβασία

2. σνθ, acrobacia aérea, εναέρια ακροβατικά

3. εκφ, hacer acrobacias κάνω ακροβασίες

acróbata 1. α θ, ακροβάτης, -ισσα

acrobático, ca 1. ε, ακροβατικός, -ή, -ό

acucia πρχ ακουσια> ακίς ή άκρος ψυχικό

1. θ, βιασύνη, ζήλος, προθυμία, ¿Por qué tanta acucia? Tenemos mucho tiempo todavía,

Γιατί τόση βιασύνη; Έχουμε ακόμα πολύ χρόνο

2. σφοδρή επιθυμία

acuciar πρχ να ακρίσω κάποιον ή να σαν ακίς> να ακίζω, πιέζω

1. ρμ, πιέζω άτομο, ζώο, no cesa de acuciarme para que termine el trabajo.

δεν σταματά να με πιέζει για να τελειώσω την δουλειά

estar acuciado por el tiempo, είμαι πιεσμένος απο χρόνο

acució a su hijo con muchas preguntas, πίεσε τον γιό του με πολλές ερωτήσεις

2. με επείγει κάτι, βιάζει, me acucia encontrar un trabajo, με επείγει να βρω δουλειά

3. εκφ, acuciar a alguien con algo, πιέζω κάποιον με κάτι

acucioso, sa πρχ με άκρος ψυχικό

1. ε, μτφ, πρόθυμος, -η, -o, El personal del hotel es acucioso y servicial,

Το προσωπικό του ξενοδοχείου είναι πρόθυμο και εξυπηρετικό

2. ενθουσιώδης, -ης, -ες

3. επείγων, -ουσα, -ον, tiene una necesidad acuciosa de dinero,

έχει μια ανάγκη επείγουσα απο χρήμα

acuciador, ra 1. ε, πιεστικός, -ή, -ó

2. με πολύ άγχος για κάτι, μανιώδης, -ης, -ες

acuciante 1. ε, πιεστικός, -ή, -ó, una orden acuciante, πιεστική εντολή

acuidad 1. θ, πρχ ακιδότητα ή ακρότητα= οξύτητα αίσθησης, νοητική,

A veces una infección de oídos puede provocar pérdida de acuidad auditiva,

Μερικές φορές μια μόλυνση του αυτιού μπορεί να προκαλέσει απώλεια ακοής

Aprender una lengua extranjera ayuda a incrementar la acuidad mental,

Να μάθεις μια ξένη γλώσσα βοηθά στην αύξηση της πνευματικής οξύτητας

acuminado, da 1. ε, βοτ, αιχμηρός, -ή, -ό, οξυτενής, -ής, -ές

acícula 1. θ, βοτ, πρχ ακρούλα= βελόνα

acicular 1. ε, βελονοειδής, -ής, -ές, hoja acicular, βελονοειδές φύλλο

acupuntura 1. θ, ιατ, πρχ ακις-ποντο= βελονισμός

acupuntor, ra 1. ε, α θ, ιατ βελονιστικός, -ή, -ό, βελονιστής, -ια

acutángulo, la 1. ε, γμτ, πρχ ακιδα-γώνιος= οξυγώνιος, -α, -o

aguja πρχ αγκουχα> αγκίδα, ακίδα

1. θ, βελόνα ραψίματος, σύριγγας, πικαπ, aguja de coser, jeringuilla, tocadiscos

2. δείκτης πυξίδας, ρολογιού, ζυγαριάς, aguja de brújula, reloj, balanza

3. οξεία κορυφή καμπαναριού, εκκλησίας, aguja de campanario, iglesia

4. βελόνα δέντρου κωνοφόρου, aguja de pino, βελόνα πεύκου

5. ζαργάνα ψάρι

6. καρφίτσα γραβάτας

7. αφρώδης οίνος, vino de aguja

8. παιδάκια στο κρέας

9. σδρ, κλειδί, ψαλίδι

10. μαγ, γλυκό σε σχήμα εκλέρ

11. αγρ, μπόλιασμα

12. σνθ, aguja magnética, μαγνητική βελόνα

aguja paladar, σπαθόψαρο

aguja colchonera, χοντρο-βελόνα για στρώμα

aguja de bitácora, πυξίδα

aguja de ganchillo, βελονάκι

aguja de hacer punto, media βελόνα πλεξίματος

aguja de inyección, βελόνα έγχυσης

aguja de marear, πυξίδα

13. εκφ, buscar una aguja en un pajar, ψάχνω βελόνες στα άχυρα

conocer la aguja de marear, ξέρω να χειριστώ μια κατάσταση, είμαι ειδήμονας σε κάτι

dar, meter aguja por sacar reja, ρίχνω ακίδα για να βγάλω κάγκελο=

ρίχνω άδεια να πιάσω γεμάτα

dar agujas, σδρ, χειρίζομαι την κλείδα διακλαδώσεως γραμμής

agujas 1. θ πλ, παιδάκια κρέατος

2. σδρ, κλειδί αλλαγής τροχιάς

3. εκφ, entrar en agujas, σδρ, αλλάζω σιδηροδρομική γραμμή

agujal 1. α, πρχ ακιδιά = τρύπα από βελόνα στον τοίχο

agujazo 1. α, ακίδισμα= κέντρισμα

agujerar 1. ρμ, αγκιδίζω= τρυπώ, El gato me agujeró la camiseta con sus uñas,

Η γάτα μου τρύπησε το πουκάμισο με τα νύχια της

El carpintero agujeró la madera con un taladro,

Ο ξυλουργός τρύπησε στο ξύλο με ένα τρυπάνι

2. ραντ, ακιδίζομαι= τρυπώ, τρυπιέμαι, Se me agujeró el bolsillo, Μου τρύπησε η τσέπη

agujereado, da 1. ε, τρυπητός, -ή, -ό, διάτρητος, -η, -ο, τρύπιος, -α, -ο

agujereado 1. α, διάτρηση

agujerear 1. ρμ, τρυπώ, κάνω τρύπες, no agujerees la camisa, μην τρυπάς τo πουκάμισο,

El casero no permite a sus inquilinos agujerear las paredes, de las propiedades alquiladas,

Ο ιδιοκτήτης δεν επιτρέπει στους ενοικιαστές του να τρυπήσουν τους τοίχους

2. ραντ, τρυπώ, τρυπιέμαι

agujero 1. α, τρύπα, άνοιγμα, se ha hecho agujeros en las orejas,

έκανε τρύπες στα αυτιά της

2. μτφ, έλλειμμα, τρύπα σε ποσό χρημάτων, hay un agujero de 1000 euros,

υπάρχει έλλειμμα 1000 ευρώ

3. άτομο που φτιάχνει βελόνες

4. βελονοπώλης

5. βελονιέρα, πελότα

6. σνθ, agujero de ozono, τρύπα του όζοντος

agujetas 1. θ πλ, μτφ, τσίμπιμα, αγκύλωση στους μύς, σαν τσίμπιμα αγκίδας, αγκιδίτσα

agujeta 1. θ, κορδέλα για δέσιμο ρούχου, σαν ακίδα λεπτή

2. κορδόνι παπουτσιών

3. τυπ, τσάκισμα στο χαρτί

agujetero, ra 1. α θ, κορδελοποιός, κορδελάρης, -ισσα

agujón 1. α, πρχ αγκιδ-άρα= καρφίτσα μαλλιών

2. μεγάλη βελόνα

agujuela 1. θ, πρχ αγκιδ-ούλα= μικρό καρφί

aguijar πρχ αγκιδίζω

1. ρμ, κεντρίζω, σπιρουνίζω ζώο, Los vaqueros aguijaron a sus caballos para que corrieran más rápido, Οι καουμπόηδες κέντρισαν τα άλογά τους για να τρέξουν πιο γρήγορα

2. μτφ, κεντρίζω, παρακινώ, προτρέπω, su compañero le aguijó para que imitara al profesor,

Ο συμμαθητής του τον προέτρεψε να μιμηθεί τον δάσκαλο

3. ρα, επιταχύνω το βήμα, βιάζομαι

aguijón 1. α, κεντρί εντόμου, σκορπιού, φυτού, aguijón de insecto, escorpión, planta

2. άκρο, αιχμή από κεντρί

3. βοτ, αγκάθι

4. μτφ, ερέθισμα, κίνητρο, Las críticas de mi entrenador fueron los aguijones que necesité para entrenar más y mejorar, Η κριτική του προπονητή μου ήταν η ώθηση που χρειαζόμουν για να προπονηθώ πιο σκληρά και να βελτιωθώ

5. εκφ, cocear contra el aguijón, κλωτσώ κόντρα στο κεντρί= πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα

aguijada 1. θ, κεντρί βοηλάτη, βοδάρη, aguijada de boyero

2. τσουγκράνα, αγρότη

aguijonear 1. ρμ, αγκιδίζω= τσιμπώ για ζώο, lo aguijoneó un escorpión,

τον τσίμπησε σκόρπιός

2. μτφ, κεντρίζω, τσιγκλάω, me aguijonea la curiosidad, με τσιγκλάει η περιέργεια

3. μτφ, με αγκιδίζει η συνείδηση, βασανίζω, su consciencia lo aguijoneaba,

τον βασάνιζε η συνείδησή του

4. κεντρίζω, παρακινώ, Las palabras de ánimo del entrenador aguijonearon al equipo

Τα λόγια ενθάρρυνσης του προπονητή κέντρισαν την ομάδα

aguijonada 1. θ, κέντρισμα

aguijonamiento 1. α, κέντριση

aguijonazo 1. α, κέντρισμα

aguizgar 1. ρμ, αγκιδίζω = κεντρίζω, παρακινώ κάποιον για κάτι

aijada 1. θ, κεντρί

guija μτθ γκι-χα> χα-λί-κι

1. θ, βότσαλο, χαλίκι

2. βοτ, λάθυρος, λαθούρι

guijarral 1. α, χαλικώδες έδαφος

guijarreño, na 1. ε, για έδαφος, χαλικώδης, -ης, -ες

2. για άτομο, πρχ γκι-χα-ρενιο> χα-λι-κενιο= σκληροτράχηλος, -η, -ο

guijarro 1. α, βότσαλο, χαλίκι

guijarroso, sa 1. ε, χαλικώδης, -ης, -ες

guijeño, ña 1. ε, για έδαφος, χαλικώδης, -ης, -ες, un camino guijeño,

ένας χαλικώδης δρόμος

2. για άτομο, σκληροτράχηλος, -η, -o, un hombre guijeño,

ένας σκληροτράχηλος άνδρας

guijoso, osa 1. ε, χαλικώδης, -ης, -ες

enguijarrar 1. ρμ, πρχ εν-χαλικώνω= χαλικοστρώνω, χαλικώνω

enguijarrado 1. α, χαλικόστρωμα

agudo, da πρχ αγκουδο> αγκιδωτό= με αιχμή, μύτη

1. για αντικείμενο, αιχμηρός, -ή, -ó, μυτερός, -ή, -ó, navaja aguda, σουγιάς αιχμηρός

Ten cuidado con ese lápiz, que tiene la punta muy aguda

Προσοχή με αυτό το μολύβι, έχει πολύ μυτερή άκρη

2. για βλέμμα, ακοή, όσφρηση, οξύς, -εία, -ύ

3. για αρρώστια, πόνο, κρίση, κατάσταση, σε βαθμό ακραίο, οξύς, -εία, -ύ,

Sintió un dolor muy agudo en el pecho, Ένιωσε έναν πολύ οξύ πόνο στο στήθος του

Ingresó en el hospital con pulmonía aguda, Εισήχθη στο νοσοκομείο με οξεία πνευμονία

4. για ήχο, φωνή, μτφ, οξύς, -εία, -ύ, διαπεραστικός, -ή, -ό, υψηλός, -ή, -ό,

La voz aguda de la soprano puede romper una copa

Η υψηλή φωνή της σοπράνο μπορεί να σπάσει ένα ποτήρι

5. για μυρωδιά, γεύση, έντονος, -η, -ο

6. για άτομο, με μυαλό ακονισμένο, κοφτερό, οξυδερκής, -ής, -ές

Un buen detective debe tener una mente aguda,

Ένας καλός ντετέκτιβ πρέπει να έχει κοφτερό μυαλό

7. για άτομο, με λόγια αγκιδωτά, πνευματώδης, -ης, -ες

8. για άτομο, καυστικός, -ή, -ό

9. μσκ, γμτ, οξυγώνιος, -α, -ο

10. γρμ, για λέξη, οξύτονος, -η, -o, ή λέξη που τονίζεται στη λήγουσα

palabra aguda, λέξη οξύτονη

11. σνθ, dicho agudo, πνευματώδης φράση

12. εκφ, ¡muy agudo! πολύ ακιδωτό= ευφυέστατο!

reagudo, da 1. ε, πολύ οξύς, -εία, -ύ

sobreagudo, da 1. ε, υπεροξύς, -εία, -ύ

agudamente 1. επρ, με οξυδέρκεια

2. με οξύτητα

3. ευφυώς

agudeza πρχ αγκιδότητα σε κάτι, ιδιότητα του agudo

1. θ, οξύτητα, αιχμηρότητα αντικειμένου

2. οξύτητα πόνου, αισθήματος

3. οξυδέρκεια ατόμου, οξύτητα

4. ευφυΐα

5. πνευματώδης φράση

6. σατιρικότητα, δηκτικότητα, καυστικότητα

7. σνθ, agudeza auditiva, visual, οξυηκοΐα, οπτική οξύτητα

agudizar πρχ αγκιδ-ίζω> αγκιδο-ποιώ κάτι, το κάνω οξύ

1. ρμ, κάνω αιχμηρό ενα αντικείμενο, ξύνω την μύτη, λεπίδα,

agudizar el cuchillo, οξύνω το μαχαίρι

2. οξύνω μια αίσθηση, νού, Después de algunos años dedicándome a la música,

he agudizado el oído, Μετά από μερικά χρόνια που αφοσιώθηκα στη μουσική, έχω οξύνει την ακοή μου

3. οξύνω, επιδεινώνω πρόβλημα, κατάσταση, El calor agudizaba los síntomas del paciente,

Η ζέστη επιδείνωσε τα συμπτώματα του ασθενούς

4. ραντ, οξύνεται αρρώστια, επιδεινώνεται

5. οξύνομαι, εντείνομαι, για πρόβλημα, κατάσταση, El hambre se agudiza cada vez más en los países menos desarrollados, Η πείνα οξύνεται όλο και περισσότερο στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες

agudización 1. θ, οξύτητα αντικειμένου, αιχμηρότητα

2. οξύτητα αίσθησης, νού

3. όξυνση, επιδείνωση προβλήματος

4. όξυνση αρρώστιας, επίταση, επιδείνωση

agudizamiento 1. α, agudización

aguzar πρχ ακονίζω, ακίζω

1. ρμ, ακονίζω, τροχίζω μαχαίρι, ψαλίδι, aguzar el cuchillo, tijeras,

el león aguzaba sus garras, το λιοντάρι ακόνιζε τα νύχια του

2. ξύνω μολύβι, aguzar el lápiz

3. οξύνω αισθήσεις, ακοή, βλέμμα, Si aguzas el oído escucharás el grito Wilhelm típico al principio de la película, Αν οξύνεις την ακοή θα ακούσεις την τυπική κραυγή του Wilhelm στην αρχή της ταινίας

4. μτφ, αγκιδίζω= κεντρίζω, παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι

5. μτφ, ακονίζω = ανοίγω όρεξη, Será mejor que aguces tu apetito porque hoy prepararé una barbacoa deliciosa de cena, Καλύτερα να ανοίξεις την όρεξή σου γιατί σήμερα ετοιμάζω ένα λαχταριστό μπάρμπεκιου για βραδινό

aguzado, da πρχ αγκιδισμενο> ακονισμένο

1. ε, αιχμηρός, -ή, -ó, espada aguzada, αιχμηρό σπαθί

2. μυτερός, -ή, -ó, barbilla aguzada, μυτερό πιγούνι

3. στο πνεύμα, νού, οξυμένος, -η, -o, instinto aguzado, οξυμένο ένστικτο

aguzador, ra 1. ε, α θ, ακονιστικός, -ή, -ó, ακονιστήρι

aguzamiento 1. α, ακόνισμα

aguzadero, ra 1. ε, ακονιστικός, -ή, -ó, piedra aguzadera, ακόνι

aguzanieves 1. θ, ορν, πρχ ακονίζει-χιόνια, επειδή κουνάει την ουρά, ηχμ σουσου-ράδα

acebo 1. α, βοτ, πρχ ακε-βο> ακιδο-βολο= ίλεξ

acebal 1. α, μέρος καλυμμένο με ίλεξ

acero πρχ ασερο> ατσάλι

1. α, χάλυβας, ατσάλι

2. μτφ, σπαθί

3. σνθ, acero colado, χυτός χάλυβας

acero destemplado, αποσκληρυμένος χάλυβας

acero inoxidable, ανοξείδωτο ατσάλι

4. εκφ, de acero, μτφ, απο ατσάλι, ατσαλένιος, δυνατός, σκληρός

acería 1. θ, πρχ ατσαλερί= χαλυβουργείο

acerino, na 1. ε, ατσάλινος, -η, -ο, χαλύβδινος, -η, -ο

aceración 1. θ, ατσάλωση= χαλυβοποίηση, χαλύβδωση

acerado 1. α, χαλυβοποίηση, χαλύβδωση

acerado, da 1. ε, ατσάλινος, -η, -o, χαλύβδινος, -η, -o, agua acerada, σιδηρούχο νερό

2. πρχ ακράτο= αιχμηρός, -ή, -ó, κοφτερός, -ή, -ó, espada acerada, σπαθί αιχμηρό

3. μτφ, για λόγια, κριτική, σκληρός, -ή, -ó, una crítica acerada, μια σκληρή κριτική

parangón πρχ παρα-γωνιασμα> στήνω στην γωνιά για να συγκρίνω

1. α, σύγκριση ατόμου, πράγματος, No se puede establecer un justo parangón entre ambos equipos, pues tienen muy distintos presupuestos,

Δεν είναι δυνατόν να γίνει δίκαιη σύγκριση μεταξύ των δύο ομάδων, αφού έχουν πολύ διαφορετικά μπάτζετ

2. εκφ, sin parangón, ασύγκριτος, calidad sin parangón, ασύγκριτη ποιότητα

tener parangón con, συγκρίνομαι με, είμαι συγκρίσιμος με

parangonar πρχ παρα-γωνιάζω

1. ρμ, συγκρίνω άτομα, πράγματα, el profesor parangonó nuestros trabajos,

Ο καθηγητής σύγκρινε τη δουλειά μας

2. τυπ, ευθυγραμμίζω στοιχεία, τα γωνιάζω

parragón 1. α, τχν, ασημένια ράβδος για τη δοκιμασία γνησιότητας πολύτιμων λίθων

quevedos 1. α πλ, ματογυάλια, επειδή τα φόραγε ο ποιητής Κεβέδο

Scroll to Top