AGALLA

AGALLA= ΠΡΧ ΑΓΑΛΙΑ> ΣΤΡ-ΑΓΑΛΙΑ, ΚΑ-ΚΑΛΑ, ΚΟΤΣΙΑ, ΚΟΥ-ΚΟΥΛΙ, ΣΑΝ ΜΠΑΛΑ,

ΠΡΧ ΓΑΛΟ-ΠΟΥΛΑ, ΠΡΧ ΓΚΑΛΑΝ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

agallas πρχ στρ-αγάλια, κάκαλα> μπαλάκια στο σχήμα, πρχ κότσια

1. θ πλ, οικ, μτφ, θάρρος, τόλμη, demostró agallas al saltar desde tanta altura,

Επέδειξε θάρρος όταν πήδηξε από τέτοιο ύψος

2. πρχ αγαλας> αμυγδαλές, le extirparon las agallas, του αφαίρεσαν τις αμυγδαλές

agalla πρχ αγαλα> α-μυ-γδαλές, κάκαλα, κουκούλι, και οι μεταφορές τους

1. θ, αμυγδαλές

2. μτφ, βράγχια ψαριού, Los peces usan sus agallas para extraer oxígeno del agua,

Τα ψάρια χρησιμοποιούν τα βράγχια τους για να εξάγουν οξυγόνο από το νερό

3. κηκίδα δέντρου, θάμνου, agalla de árbol, arbusto

4. εκφ, tener agallas, οικ, μτφ, έχω κάκαλα> κότσια,

no tienes agallas para decírselo a la cara,

δεν έχεις κάκαλα, κότσια για να του το πεις στα μούτρα

agallón 1. α, πρχ στρ-αγάλιον= χάντρα κομποσχοινιού, κολιέ, agallón de rosario, collar

2. ατκ, ελλειψοειδές περικόσμημα

antagalla 1. θ, ναυ, μούδα

antagallar 1. ρα, ναυ, μουδάρω

gajo πρχ γκαχο> γ-κλάω> κόβω

1. φέτα από εσωτερικό φρούτου, πορτοκάλι, λεμόνι, de naranja, limón,

una naranja cortada en gajos, ένα πορτοκάλι κομμένο σε φέτες

2. τσαμπί, βότρυς σταφυλιού, gajo de uvas

3. μπουκέτο κερασιών, gajo de cerezas

4. βοτ, δευτερεύουσα ταξιανθία, δευτερεύων βότρυς

5. πρχ γκλιτσα> κλαρί, κλαδί

6. δόντι από εργαλείο οργώματος, el gajo de la horca, το δόντι από το δίκρανο

7. μτφ, μικρή οροσειρά, un relieve constituido de varios gajos paralelos,

ένας ορεινός όγκος αποτελούμενος από πολλές μικρές παράλληλες οροσειρές

desgajar πρχ ντεσ-γαχαρ ή > δι-εσχίζω

1. ρα, ξεριζώνω κλαρί, el granizo desgajó varias ramas del cerezo,

ο άνεμος ξερίζωσε αρκετά κλαριά από την κερασιά

2. κομματιάζω, τεμαχίζω πορτοκάλι

3. μτφ, αποσπώ, εξάγω, σχίζω βίαια από κάτι ενωμένο,

Alexis desgajó una hoja de su biblia y la guardó en su cartera,

Η Αλέξια έσκισε μια σελίδα από τη Βίβλο της και την έβαλε στο πορτοφόλι της

4. ραντ, μτφ, κομματιάζομαι, el grupo de investigación se desgajó en varios departamentos,

η ομάδα έρευνας κομματιάστηκε σε διάφορα τμήματα

galillo 1. α, ανα, σταφυλή, κιονίδα

gallarda 1. θ, παραδοσιακός ισπανικός χορός

2. τυπ, χαρακτήρας της τυπογραφίας

gallardo, da πρχ κα-καλάτος= που έχει κάκαλα, πρχ σαν γκαλάν-ατο

1. ε, γενναίος, -α, -o, gallardos soldados, γενναίοι στρατιώτες,

El gallardo caballero liberó al pueblo de una maldición,

Ο γενναίος ιππότης απελευθέρωσε τον λαό από μια κατάρα

2. για όψη, παρουσία, με αέρα γκαλάν, επιβλητικός, -ή, -ó, αεράτος, -η, -ο, κομψός, -ή, -ό,

su gallarda figura causaba admiración, η επιβλητική παρουσία προκαλούσε θαυμασμό

3. για ικανότητα, εξαιρετικός, -ή, -ó, un gallardo poeta, ένας εξαιρετικός ποιητής

gallardía 1. θ, γενναιότητα, Admiro a Sabrina por la gallardía con que defendió a su familia,

Θαυμάζω τη Σαμπρίνα για τη γενναιότητα με την οποία υπερασπίστηκε την οικογένειά της

2. παρουσιαστικό, παράστημα, επιβλητική εμφάνιση,

Las damas quedaban impresionadas por la gallardía de algunos mosqueteros

Οι κυρίες έμειναν εντυπωσιασμένες από το παρουσιαστικό ορισμένων σωματοφυλάκων

gallardamente 1. επρ, γενναία

2. με αέρα γκαλάν, περήφανα, exhibía gallardamente varias medallas sobre su pecho, επεδείκνυε περήφανα τα μετάλλια πάνω στο πέτο του

gallardear 1. ρα, πρχ δείχνω σαν γκαλάν κάτι, περηφανεύομαι, καυχιέμαι,

gallardeaba de sus actos, καυχιόταν για τις πράξεις του

gallardete 1. α, ναυ, επισείων

2. φιλάνδρα

gallareta 1. θ, ζωλ, σαν γαλό-κοτα= φαλαρίδα, υδρ-όρνιθα, νερό-κοτα

gallarón 1. α, ορν, μικρός αγριό-γαλος, ωτίδα

galludo 1. α, ζωλ, κεντρόνι

gallón 1. α, πρχ γκαλον> γκαζόν, γρασίδι

2. ατκ, ραβδογλυφή

Scroll to Top