ADOQUÍN= ΠΡΧ ΣΑΝ ΝΤΟΚΟΣ> ΠΛΑΚΑ ΛΙΘΟΣΤΡΩΣΗΣ, ΠΡΧ ΣΤΟΚΟΣ> ΒΛΑΚΑΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
adoquín 1. α, πλάκα λιθόστρωτου, carretera de adoquines, λεωφόρος με πλάκες
2. μεγάλη καραμέλα σε σχήμα ορθογώνιου πρίσματος
3. οικ, μτφ, πρχ ντούκι ή στόκον στο μυαλό= βλάκας, στόκος, ντόκος,
Mi hermano es un adoquín. Por más que le explico este concepto no lo comprende,
Ο αδερφός μου είναι στόκος. Όσο κι αν του εξηγώ αυτή την έννοια, δεν την καταλαβαίνει
4. εκφ, ser más bruto que un adoquín, οικ, μτφ, είμαι πιο βλίτο κι από ντούκι=
είμαι εντελώς τούβλο, no entiende nada, es más bruto que un adoquín,
δεν καταλαβαίνει τίποτα, είναι εντελώς τούβλο
adoquinar 1. ρμ, βάζω ντοκο= λιθο-στρώνω, πλακο-στρώνω
adoquinado 1. α, λιθόστρωμα, πλακόστρωμα
2. λιθόστρωση, πλακόστρωση
3. καλντερίμι
adoquinado, da 1. ε, λιθόστρωτος, -η, -ο, πλακόστρωτος, -η, -ο
adoquinador, ra 1. α θ, κατασκευαστής, -ια λιθόστρωτου, πλακόστρωτου, δαπέδων