ADOBAR= ΠΡΧ ΔΕΒΩ ΔΕΡΜΑ, ΠΡΧ ΔΕΒΩ ΤΡΟΦΙΜΟ> ΜΑΡΙΝΑΡΩ, ΒΑΖΩ ΣΕ ΥΓΡΟ, ΣΑΛΤΣΑ,
ΜΤΦ ΔΙΑ-ΒΑΖΩ ΣΕ ΣΕΙΡΑ ΚΑΤΙ, ΕΤΟΙΜΑΖΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
adobo 1. α, δέψη, κατεργασία δέρματος, υφάσματος, adobo de pieles, telas
2. μαρινάτα κρέατος, ψαριού, adobo de carne, pescado
adobar 1. ρμ, δέφω, κατεργάζομαι δέρμα
2. μαρινάρω κρέας, ψάρι
3. καρυκεύω
4. μτφ, επισκευάζω κάτι χαλασμένο, adobar la balanza, επισκευάζω την ζυγαριά
5. μτφ, πρχ αντο-βαρ> αντι-βολεύω κάτι προς όφελός μου, μαγειρεύω,
adobó la situación para salirse con la suya, βόλεψε την κατάσταση για να βγει από πάνω
6. μτφ, διανθίζω κάτι, adobaron el texto con música,
διάνθισαν το κείμενο με μουσική
adobado 1. α, σάλτσα μαρινάτα
adobado, da 1. ε, για δέρματα με δέψη, κατεργασμένος, -η, -o
2. για τρόφιμα, μαρινάτος, -η, -o
adobería 1. θ, μέρος για δέψη= βυρσοδεψείο
adobasillas 1. α, που δια-βάζει-σέλες= καρεκλοποιός, καρεκλάς