ADARGA

ADARGA= ΠΡΧ ΑΝΤ-ΑΓΗΜΑ> ΜΙΚΡΗ ΑΣΠΙΔΑ

adarga 1. θ, οπλ, πρχ αντ-άγημα= είδος μικρής ασπίδας από δέρμα, σε σχήμα ελλειψοειδές

adargar 1. ρμ, πρχ αντ-άγω= υπερασπίζομαι κάποιον με την ασπίδα

2. προστατεύω κάποιον

Scroll to Top