ACICATE= ΗΧΜ ΤΣΙΚ-ΑΤΟ Ή ΠΡΨ ΑΣΙΚΑΤΕ> ΣΑ ΚΑΚΤΟΣ ΠΟΥ ΤΣΙΜΠΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
acicate 1. α, σπιρούνι με μια μύτη
2. μτφ, τσίγκ-λισμα= κίνητρο, ερέθισμα, Los aumentos de sueldo son un acicate para aumentar la productividad de los trabajadores, Οι αυξήσεις μισθών είναι ένα κίνητρο για να αυξήσεις την παραγωγικότητα των εργαζομένων
3. εκφ, servir de acicate, χρησιμεύω ως κίνητρο
acicatear 1.ρμ, τσιγκλάω= παρακινώ, ενθαρρύνω, δίνω κίνητρο,
acicatea a sus empleados con incentivos económicos,
παρακινεί τους υπάλληλους του με κίνητρα οικονομικά