ACHUCHAR

ACHUCHAR= ΗΧΜ Α-ΤΣΟΥ-ΤΣΑΡ> ΤΣΟΥ-ΤΣΟΥ, ΠΡΧ ΣΟΥΖΑ, ΠΡΧ ΤΣΙΤΣΙΔΟΣ, ΠΡΧ ΟΥΣΤ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

zuzo 1. επφ, ηχμ, λέω σου-σο σε σκύλο= κάτω!

azuzar 1. ρμ, λέω σούζα σε ζώο για να επιτεθεί= διεγείρω, προτρέπω ζώο,

los cazadores azuzaron a la jauría contra el jabalí,

οι κυνηγοί σουζάραν> πρόετρεψαν τα σκυλιά ενάντια στο αγριογούρουνο

2. μτφ, σουζάρω> προτρέπω ψυχικά κάποιον, ενθαρρύνω, υποκινώ,

El líder del grupo azuzó a los estudiantes a protestar contra la guerra,

Ο αρχηγός της ομάδας υποκίνησε τους φοιτητές να διαμαρτυρηθούν κατά του πολέμου

achuchón 1. α, οικ, μτφ, ηχμ, τσου-τσο από ήχο σπρωξίματος= σπρώξιμο,

logró entrar en el metro a achuchones, κατάφερε να μπει στο μετρό με σπρωξίματα

2. οικ, μτφ, ήχος απο γου-τσου-γου-τσου= θερμό αγκάλιασμα,

le dio un par de achuchones a su novia, της έδωσε λίγα γουτσου στην μνηστή του

3. οικ, μτφ, αρρώστια, αδιαθεσία, σαν τσίγκλισμα υγείας ξαφνικό,

el abuelo ha sufrido un achuchón, ο παππούς έχει νιώσει ένα τσίγκλισμα

4. εκφ, darle un achuchón a alguien, οικ, μτφ, δίνω μια αγκαλιά θερμή σε κάποιον

ή δίνω σπρωξιά

ή μου δίνει τσίγκλισμα υγείας, αδιαθετώ

achuchar 1. ρμ, σπρώχνω, me achucharon por todos lados,

με έσπρωξαν από όλες τις πλευρές

2. οικ, μτφ, κάνω γου-τσου-γου-τσου= αγκαλιάζω, achuchaba a su mujer,

αγκάλιαζε την γυναίκα του

3. οικ, μτφ, πρχ έχω στην σούζα κάποιον= πιέζω, ζορίζω, στριμώχνω,

no me achuches, que me pones nerviosa, μην με πιέζεις, γιατί με εκνευρίζεις

4. οικ, μτφ, πιέζω κάτι και κάνει τσου-τσου= καταπλακώνω, ζουλάω

5. οικ, μτφ, σουζάρω ψυχικά κάποιον= παρακινώ, υποκινώ, προτρέπω

achuchado, da 1. ε, που είναι τσιτσι-ριστό> καίει = δύσκολος, -η, -o, σκληρός, -ή, -ó,

últimamente el trabajo está muy achuchado, τελευταία η δουλειά είναι πολύ σκληρή

2. οικ, μτφ, τσίτσιδος από χρήμα= άφραγκος, -η, -o, estamos achuchados,

είμαστε άφραγκοι

chuchurrido, da 1. ε, οικ, μτφ, πρχ τσι-τσι-ρισμένος= μαραμένος, -η, -o,

flores chuchurridas, μαραμένα λουλούδια.

gozque 1. α, ηχμ, γκασκ> καυκ-καυκ= σκυλάκι που γαβγίζει

tus, tus tus 1. επφ, οικ, σε σκύλο, κα-του-κα-του= κάτω!, εδώ!, ξάπλωσε!

tuso, sa 1. επφ, οικ, σε σκύλο, κα-του-κα-του= κάτω!, εδώ!, ξάπλωσε!

2. για να διώξεις τον σκύλο, ηχμ, ούστ!, δρόμο!

Scroll to Top